“Φτηνά τη λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν…’

<span>“Φτηνά τη λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν…’</span>

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ..

Φτηνά τη λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν…’

Μενέαλαος Λουντέμης: «τα θυμωμένα στάχυα»

Μάνα και γιος

Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
σαν να ‘χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: “Ίτε παίδες Ελλήνων …”
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.

Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν
Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ’ αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα,
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ’ την άλλη.

Μενέλαος Λουντέμης: «Το βάθος του κόσμου» 1940

Ο νεκρός

Μας τον φέρανε λαβωμένονε, Το γέλιο του ίδιο. Τα μάτια, τα χέρια του, δεν έδειχναν τίποτα. Το μέτωπο ήταν ήρεμο, φορτωμένο όπως πάντοτε. Το χιόνι στα γένια του είχε καθίσει με το ίδιο απαράλλαχτα τρόπο που καθόταν και πάνω στα δέντρα.

Ένα φρέσκο γαρούφαλο μόνο, στο στήθος, ζερβά πάνω απ’ τα’ άσπρο πουκάμισο. Μας έκανε νόημα κ’ εμείς καταλάβαμε. Του πήρα το χέρι, γονάτισα, έπιασα το ένα του δάχτυλο:

« Το χρυσό δαχτυλίδι μου να το πάτε στην Α στην πόλη Ω»

(Το τελευταίο μικρό της γράμμα τον είχε βρει τις προάλλες στο χίλια διακόσια είκοσι ύψωμα. Γράφοντάς του τον έλεγε πάντα : «λουλούδι μου»).

Πάνω μας χιόνιζε. Σ’ όλων τα πρόσωπα βημάτιζε η θλίψη: κάτι δάκρυα χοντρά που καίγαν το χιόνι, κρεμιόνταν στα μάγουλα κ’ έσταζαν πάνω του. Κ’ εκείνη την ώρα πιο ζεστό πράγμα σ’ όλο τον κόσμο δεν ήταν θαρρώ – γιατί χιόνιζε, χιόνιζε σ’ όλο τον κόσμο.

Είχε το σύμπαν σκύψει θαρρείς και χιόνιζε κι’ έκλαιγε κ’ έσταζε πάνω στην άσπρη του ακίνητη μάσκα: « Λουλούδι μου!»

Μενέλαος Λουντέμης: «Το βάθος του κόσμου» 1961

Αφήστε ένα σχόλιο