Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (8 Μαρτίου) γιορτάζεται για να τιμηθούν οι αγώνες των γυναικών στις αρχές του 20ού αιώνα για ισότητα, δικαίωμα ψήφου, καλύτερες συνθήκες εργασίας και δικαιώματα. Η ημερομηνία συνδέεται με τη μεγάλη διαμαρτυρία των εργατριών κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Υόρκη το 1857, οι οποίες ζητούσαν ανθρώπινα ωράρια και ίσους μισθούς με τους άνδρες.
Καθιερώθηκε από τον ΟΗΕ το 1975, αναγνωρίζοντας τις θυσίες των γυναικών (όπως η απεργία των μοδιστρών το 1908, οι ιστορικές διαδηλώσεις γυναικών, όπως εκείνη στην Πετρούπολη (1917) για «ψωμί και ειρήνη») και προωθώντας την ισότητα των φύλων, την κοινωνική, οικονομική και πολιτική χειραφέτηση.
Άλλωστε σύμφωνα με το Άρθρο 1 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ: «Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα». Ο ΟΗΕ διακηρύσσει λοιπόν ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι, αλλά υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στη θεωρητική αξία και την πραγματικότητα. Θεωρητικά όλοι είμαστε ελεύθεροι με αυτεξούσιο και με ατομικά δικαιώματα στη πράξη όμως άλλα γίνονται και άλλα ζούμε.
Η μέρα αποτελεί μια ευκαιρία για αναστοχασμό των κατακτήσεων του γυναικείου κινήματος, αλλά και για καταγραφή των κερδών και των απωλειών.
Στο παραδοσιακό μοντέλο της κοινωνίας , η οικογένεια αποτελούσε βασικό πυρήνα με διακριτούς ρόλους ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα. (ο ένας έφερνε τα χρήματα, ο άλλος φρόντιζε το σπίτι). Σήμερα, η οικογένεια λειτουργεί περισσότερο ως οικονομική σύμπραξη, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται από κοινού.
Η γυναίκα αποκτά δικό της εισόδημα, αποκτά αγοραστική δύναμη ,καταναλώνει , πληρώνει φόρους , βοηθά την οικογένεια της να έχει πρόσβαση σε περισσότερα αγαθά. Η έξοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας δημιούργησε ζήτηση για νέες υπηρεσίες (π.χ. φύλαξη παιδιών, έτοιμα γεύματα, προσωπική φροντίδα), γεγονός που ανοίγει νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες και θέσεις εργασίας.
Η χειραφέτηση αυτή επέφερε ριζικές αλλαγές στις παραδοσιακές ισορροπίες. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι ότι η γυναίκα πλέον καλείται να παίξει πολλούς ρόλους ταυτόχρονα. Αν η πολιτεία και ο σύντροφος δεν στηρίξουν τις δουλειές του σπιτιού, δημιουργείται πίεση που μπορεί να κλονίσει τη συνοχή της οικογένειας. Το υπερκαταναλωτικό μοντέλο ζωής απαιτεί να δουλεύουν και οι δύο γονείς για να ανταπεξέλθουν στην ακρίβεια. Όταν λοιπόν η οικονομική επιβίωση γίνεται ο μοναδικός στόχος, η οικογένεια παύει να είναι το «καταφύγιο» και γίνεται ένας ακόμα χώρος άγχους και διεκπεραίωσης. Αυτό εξηγεί γιατί πολλοί πιστεύουν ότι η χειραφέτηση, αντί να φέρει ελευθερία, έφερε απλώς διπλάσια βάρη σε ένα σύστημα που δεν νοιάζεται για τη δομή της οικογένειας.
Η γυναίκα έχασε τον έλεγχο του σπιτιού της και κυρίως των παιδιών της. Τα εξαντλητικά εργασιακά ωράρια δημιουργούν γονείς εξαντλημένους, που δεν έχουν χρόνο να επικοινωνήσουν ούτε μεταξύ τους ούτε με τα παιδιά τους. Αυτό συχνά φθείρει τους δεσμούς περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και διαλύει τις οικογένειες.
Η οικογένεια έχει αφεθεί στην τύχη της και αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι πολιτικές αποφάσεις συχνά μοιάζουν να ευνοούν τους δείκτες της αγοράς παρά την κοινωνική συνοχή. Στο παρελθόν, οι ρόλοι ήταν προκαθορισμένοι αλλά ξεκάθαροι. Σήμερα, η πίεση να «τα έχεις όλα» (καριέρα, οικογένεια, εμφάνιση, κοινωνική ζωή) δημιουργεί ένα διαρκές αίσθημα αποτυχίας, αφού είναι ανθρωπίνως αδύνατο να τα προλάβεις όλα τέλεια. Παλαιότερα, η ανατροφή των παιδιών και η καθημερινότητα μοιράζονταν σε ευρύτερες οικογένειες ή γειτονιές. Σήμερα, η γυναίκα είναι συχνά απομονωμένη σε ένα διαμέρισμα, παλεύοντας μόνη της με τις υποχρεώσεις, ενώ ο σύντροφός της μπορεί επίσης να είναι απορροφημένος από τη δική του εργασιακή επιβίωση.
Η χειραφέτηση έδωσε στη γυναίκα το δικαίωμα να βγει στον κόσμο, αλλά το σύστημα δεν «μετακινήθηκε» για να τη διευκολύνει. Αντί το κράτος και η κοινωνία να προσαρμοστούν στις ανάγκες της οικογένειας, απαίτησαν από την οικογένεια να προσαρμοστεί στους ρυθμούς της αγοράς, των εργοστασίων και των γραφείων.
Το κράτος ενδιαφέρεται κυρίως για το πώς θα επιστρέψει η μητέρα γρήγορα στη δουλειά (για να παράγει και να καταναλώνει), παρά για το πώς θα έχει ποιοτικό χρόνο με το παιδί της. Το δικαίωμα στην εργασία μετατράπηκε σε θηλιά που σφίγγει στο λαιμό της.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
- Η ποσότητα αντικατέστησε την ποιότητα: Έχουμε περισσότερα πράγματα (ρούχα, αυτοκίνητα, gadgets), αλλά λιγότερο χρόνο για να κοιτάξουμε τον άλλον στα μάτια. Η ευτυχία όμως βρίσκεται στη σύνδεση, όχι στην κατανάλωση.
- Χάθηκε το μέτρο: Το να μπορεί μια γυναίκα να δουλέψει είναι κατάκτηση. Το να πρέπει όμως να δουλεύουν και οι δύο γονείς εξαντλητικά ωράρια για να πληρώσουν απλώς το νοίκι και τους λογαριασμούς, δεν είναι ελευθερία· είναι οικονομικός εξαναγκασμός.
- Ο ρόλος της φύσης: Η σύγχρονη κουλτούρα προσπαθεί να πείσει ότι άνδρες και γυναίκες είναι πανομοιότυπα γρανάζια μιας μηχανής. Όμως οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές συναισθηματικές ανάγκες και η ισοπέδωση αυτή φέρνει συχνά ένα κενό που δεν γεμίζει με επαγγελματικές επιτυχίες. Οι άνθρωποι (και οι γυναίκες και οι άνδρες) δεν είναι ευτυχισμένοι γιατί ζουν σε μια κοινωνία που τιμά την παραγωγικότητα περισσότερο από την ανθρωπιά.
Άρα το να γιορτάζουμε τη μέρα της γυναίκας σε μια εποχή που την “στραγγαλίζει” ψυχικά και σωματικά , με τόση βία και εκμετάλλευση, μια γιορτή που περιορίζεται σε επιφανειακές κινήσεις (όπως ευχές, λουλούδια ή εταιρικά δώρα), ενώ τα δομικά προβλήματα παραμένουν. είναι η επιτομή της υποκρισίας .
Είναι μια ευκαιρία για “Pinkwashing” (Ροζ ξέπλυμα) όπου πολλές εταιρείες και οργανισμοί χρησιμοποιούν την ημέρα για marketing, χωρίς να δεσμεύονται ουσιαστικά για την ισότητα στους δικούς τους χώρους εργασίας. Ωραία ψέματα πασπαλισμένα με χρυσόσκονη για να δημιουργούν εντυπώσεις χωρίς καμιά ουσιαστική πρόθεση για βελτίωση των συνθηκών που χρειάζεται μια γυναίκα σήμερα για να είναι καλά και να να ανταποκρίνεται στο ρόλο της.