ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΤΑ ΗΣΥΧΑ ΠΑΙΔΙΑ

ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΤΑ ΗΣΥΧΑ ΠΑΙΔΙΑ
Το παιδί που εξεγείρεται πιστεύει ακόμη ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει.
Ίσως αυτό που φοβίζει περισσότερο σε όσα συμβαίνουν αυτές τις μέρες στη Γαλλία να μην είναι οι καμένοι κάδοι, τα μπλόκα στα σχολεία ή οι συγκρούσεις με την αστυνομία. Ίσως αυτό που φοβίζει περισσότερο είναι ότι χιλιάδες παιδιά αρνούνται να μάθουν εγκαίρως ένα από τα σημαντικότερα -υποτίθεται- μαθήματα της ενήλικης ζωής: ότι δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτε.
Γιατί αυτό το μάθημα το διδάσκουμε νωρίς. Δεν υπάρχει στο ωρολόγιο πρόγραμμα, κι όμως οι κοινωνίες διαθέτουν εξαιρετικά αποτελεσματικούς τρόπους να το διδάσκουν. “Έτσι είναι τα πράγματα”, “δεν γίνεται αλλιώς”, “πρέπει να είσαι ρεαλιστής”, “κοίτα να προσαρμοστείς”. Στην αρχή θυμώνουμε με όσα δεν λειτουργούν. Αργότερα μαθαίνουμε να τα ανεχόμαστε. Και στο τέλος ονομάζουμε αυτή την υποταγμένη ανοχή “ωριμότητα”.
Οι μαθητές στη Γαλλία ξεκίνησαν από συγκεκριμένα προβλήματα. Ελλείψεις καθηγητών και προσωπικού, υπερφορτωμένες τάξεις, προβληματικές υποδομές, εξαντλητικά ωράρια, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που πολλοί βιώνουν ως αδιαφανές και αγχωτικό. Όσο όμως οι κινητοποιήσεις εξαπλώνονται, πίσω από τα επιμέρους αιτήματα εμφανίζεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα. “Τι κόσμο μάς παραδίδετε; Και γιατί απαιτείτε από εμάς να προσαρμοστούμε σε έναν κόσμο που εσείς αποτύχατε να διορθώσετε;”
Εδώ αρχίζει η πραγματική ενόχληση. Για χρόνια περιγράφουμε αυτή τη γενιά ως τη γενιά του TikTok, των κινητών, της διάσπασης προσοχής, του ναρκισσισμού και της πολιτικής αδιαφορίας. Δεν ενδιαφέρονται, λέμε. Δεν συμμετέχουν. Δεν σηκώνονται από τον καναπέ. Και όταν σηκώνονται από τον καναπέ, μας ενοχλεί ο τρόπος που σηκώθηκαν. Είναι αδιάφοροι όταν σιωπούν και επικίνδυνοι όταν μιλούν, απολιτικοί όταν δεν συμμετέχουν και υποκινούμενοι όταν συμμετέχουν. Τελικά, τι θέλουμε από τα παιδιά; Να έχουν φωνή ή μόνο καλή συμπεριφορά;
Κάθε σύστημα αγαπά έναν συγκεκριμένο τύπο νέου ανθρώπου: αρκετά μορφωμένο ώστε να είναι παραγωγικός, αρκετά φιλόδοξο ώστε να ανταγωνίζεται, αρκετά αγχωμένο ώστε να προσπαθεί συνεχώς, αλλά όχι τόσο πολιτικοποιημένο ώστε να ρωτήσει ποιος έφτιαξε τους κανόνες του παιχνιδιού. Να βελτιώνει τον εαυτό του, όχι τον κόσμο. Να αποκτά δεξιότητες, όχι δύναμη. Να προσαρμόζεται στην πραγματικότητα, όχι να αναρωτιέται ποιος την κατασκεύασε.
Ένα παιδί που πιστεύει ότι απέτυχε μόνο του είναι σχετικά ακίνδυνο. Θα προσπαθήσει περισσότερο, θα αποκτήσει ακόμη ένα προσόν, θα μάθει να “διαχειρίζεται” καλύτερα το άγχος του και να γίνεται πιο ανθεκτικό μέσα σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο αφιλόξενος. Ένα παιδί όμως που κοιτάζει γύρω του και ανακαλύπτει ότι χιλιάδες άλλα παιδιά βιώνουν το ίδιο πράγμα αρχίζει να κάνει μια πολύ πιο επικίνδυνη ερώτηση: “Κι αν δεν φταίω μόνο εγώ;”
Εκεί το προσωπικό πρόβλημα γίνεται συλλογικό και το “δεν μπορώ” μπορεί να γίνει “δεν μπορώ μόνος μου”. Κι από εκεί υπάρχει μόνο ένα βήμα μέχρι το “ίσως μπορούμε μαζί”. Αυτό είναι πολύ πιο ανατρεπτικό από έναν καμένο κάδο. Γιατί έναν κάδο τον αντικαθιστάς. Μια γενιά που ανακαλύπτει τη συλλογική της δύναμη είναι πολύ δυσκολότερο να την ξαναβάλεις στη θέση της.
Η βία, βέβαια, δεν χρειάζεται ούτε να εξιδανικευτεί ούτε να δικαιολογηθεί. Υπάρχει όμως ένα παλιό τέχνασμα στον δημόσιο εξουσιαστικό λόγο. Όταν δεν θέλεις να συζητήσεις το αίτημα, συζητάς αποκλειστικά τη συμπεριφορά εκείνου που το διατυπώνει. Τότε ο καμένος κάδος γίνεται σημαντικότερος από το σχολείο χωρίς καθηγητές, η σπασμένη βιτρίνα από την τάξη που ασφυκτιά, η κουκούλα από το πρόσωπο. Και το ερώτημα μετατοπίζεται από το “γιατί εξεγείρονται αυτά τα παιδιά;” στο “πώς θα τα κάνουμε να επιστρέψουν στα θρανία τους;”.
Ίσως όμως το δυσκολότερο ερώτημα να είναι “σε ποια ακριβώς θρανία θέλουμε να επιστρέψουν;” Ζητάμε από τα παιδιά να σχεδιάζουν τη ζωή τους μέσα σε έναν κόσμο κλιματικής κρίσης, πολέμων, στεγαστικής ανασφάλειας, επισφαλούς εργασίας και τεχνολογικών ανατροπών. Και ταυτόχρονα απαιτούμε να είναι αισιόδοξα, ανθεκτικά, παραγωγικά, να έχουν στόχους, να διαχειρίζονται το άγχος τους και να “δουλεύουν με τον εαυτό τους”.
Έχουμε μετατρέψει έτσι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής ανασφάλειας σε ατομικό ψυχολογικό καθήκον. Αν δεν αντέχεις, χρειάζεσαι περισσότερη ανθεκτικότητα. Αν φοβάσαι το μέλλον, μάθε να διαχειρίζεσαι το άγχος σου. Αν δεν βρίσκεις θέση στον κόσμο, δούλεψε περισσότερο με τον εαυτό σου. Και σχεδόν κανείς μας ρωτά “Μήπως επιτέλους πρέπει να αλλάξουμε αυτόν τον σάπιο κόσμο;”
Γι’ αυτό έχει σημασία όταν ένα παιδί αρνείται να μεταφράσει την αγωνία του σε προσωπική ανεπάρκεια. Όταν αντί να ρωτήσει μόνο “τι δεν πάει καλά με εμένα;” αρχίζει να ρωτά “τι δεν πάει καλά γύρω μου;”. Γιατί αυτό ακριβώς σημαίνει ότι το παιδί αυτό αρχίζει να γίνεται πολίτης.
Ίσως γι’ αυτό έχει τέτοια δύναμη το μαθητικό πλακάτ “Μας μαθαίνουν να σεβόμαστε την εξουσία. Ποιος τους μαθαίνει να μας σέβονται;” Γιατί ο σεβασμός δεν είναι μονόδρομος από κάτω προς τα πάνω. Η εξουσία που απαιτεί σεβασμό χωρίς να λογοδοτεί γι’ αυτόν δεν ζητά σεβασμό. Ζητά υπακοή. Και η δημοκρατία δεν είναι η τέχνη να μαθαίνουμε στα παιδιά να υπακούν καλύτερα. Είναι η δύσκολη τέχνη να μεγαλώνουμε ανθρώπους που κάποτε θα μπορούν να μας πουν ότι έχουμε άδικο.
Η μεγάλη πρόκληση για αυτά τα παιδιά είναι τώρα να μετατρέψουν την εξέγερση σε πολιτική, τον θυμό σε λόγο, τη ματαίωση σε αίτημα, το πλήθος σε συλλογικό υποκείμενο. Γιατί διαφορετικά το σύστημα θα περιμένει απλώς να κουραστούν. Κάποια στιγμή η ερώτηση “πώς θα αλλάξουμε τον κόσμο;” μπορεί να μικρύνει τόσο ώστε να γίνει “πώς θα τα καταφέρω εγώ μέσα σε αυτόν;”. Εκεί τελειώνει συνήθως μια εξέγερση και αρχίζει η παραίτηση. Μας το έμαθαν καλά στην Ελλάδα αυτό το μοτίβο.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να φοβόμαστε τόσο μια κοινωνία στην οποία οι δεκαεπτάχρονοι θυμώνουν. Θα έπρεπε να φοβόμαστε περισσότερο μια κοινωνία στην οποία οι δεκαεπτάχρονοι έχουν ήδη παραιτηθεί. Το παιδί που φωνάζει εξακολουθεί να πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να το ακούσει. Το παιδί που διαμαρτύρεται εξακολουθεί να πιστεύει ότι κάτι μπορεί να αλλάξει.
Το πραγματικά ηττημένο παιδί είναι το ήσυχο παιδί που έχει ήδη μάθει ότι τίποτε δεν έχει νόημα. Δεν θυμώνει επειδή δεν περιμένει, δεν διεκδικεί επειδή δεν πιστεύει, δεν συμμετέχει επειδή θεωρεί ότι ο κόσμος ανήκει σε άλλους και κοιτάζει μόνο πώς θα σωθεί μόνο του. Αυτό το παιδί δεν χρειάζεται πια αστυνομία για να επιστρέψει στο σπίτι του. Έχει πάρει την ήττα μαζί του. Έχει συντριβεί υπαρξιακά.
Δεν ξέρουμε αν τα παιδιά στη Γαλλία θα κερδίσουν. Ίσως όμως υπάρχει κάτι σημαντικότερο από το να κερδίσουν αυτή τη συγκεκριμένη μάχη. Να μη μάθουν τόσο νωρίς να χάνουν γαμώτο!

Γιατί ανάμεσα στο “έτσι είναι ο κόσμος” και στο “έτσι θα μπορούσε να είναι” υπάρχει ένας χώρος που ονομάζεται πολιτική. Ανάμεσα στο “δεν μπορώ” και στο “μπορούμε” υπάρχει ένας χώρος που ονομάζεται συλλογική δράση. Και ίσως η πρώτη πράξη πολιτικής ενηλικίωσης να είναι ακριβώς αυτή: να αρνηθείς να μάθεις ότι δεν μπορείς-όπως μας έμαθαν εμάς.

Leave a Comment