Ο πνευματικός κόσμος της Ελλάδας συρρικνώνεται .Ο σημαντικός Έλληνας διανοητής Χρήστος Γιανναράς που έφυγε χθες από τη ζωή δεν σταμάτησε ποτέ να μιλά και να γράφει για τα παρακμιακά φαινόμενα της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής.
«Η Ελλάδα πέθανε και τη σκοτώσαμε εμείς»
Αναμφίβολα υπήρξε ένας απ’ τους σημαντικότερους Έλληνες διανοούμενους αλλά και μια εξέχουσα φυσιογνωμία των γραμμάτων και των ανθρωπιστικών σπουδών. Σε όλη τη διάρκεια του βίου του παρέμεινε τολμηρός και μαχητικός.
Ήταν ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Αθήνας, της Βόννης και της Σορβόννης (Παρίσι) και έχει διδάξει Φιλοσοφία, Πολιτιστική Διπλωματία και Συγκριτική Οντολογία σε πανεπιστήμια της Γαλλίας, της Ελβετίας, της Ελλάδας.
Με ένα πλούσιο συγγραφικό έργο αλλά και μια μακρά και καταξιωμένη ακαδημαϊκή πορεία στον χώρο της φιλοσοφίας, ως το τέλος της ζωής του δεν σταμάτησε ποτέ να μιλά και να γράφει για τα παρακμιακά φαινόμενα της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής.
Ο ίδιος ενδιαφερόταν αρκετά για την ελληνική πολιτική, αλλά όχι για το κομματικό σύστημα. Στα κείμενα του αναφερόταν συχνά στα φαινόμενα συλλογικής α-νοησίας, στον εκπαιδευτικό πρωτογονισμό της «απομνημόνευσης», στην εμμονή ως προς την ολέθρια ταύτιση της Παιδείας με τη χρησιμότητα, τη φροντιστηριοποίηση του σχολείου στους σημερινούς Ελληνώνυμους οι οποίοι πάσχουν μόνο ή κυρίως από ξιπασιά, στα ψαλιδισμένα οράματα, την επίδραση της νεωτερικότητας στον ελληνισμό καθώς και την παραφθορά και αλλοίωση της εκκλησιαστικής, λαϊκής ευσέβειας, τον ψευτο-επιστημονισμό σαν άλλοθι μιας ακαδημαϊκής θεολογίας που νεκρώνει την αλήθεια της Εκκλησίας, την χωρίζει από τα υπαρκτά προβλήματα του ανθρώπου αλλά και από την ευχαριστιακή εμπειρία και την άσκηση.
Εξοργιζόταν με την κομματοκρατία και θεωρούσε ότι «ο συλλογικός μας βίος παραμένει μια πτήση στο τυχαίο». Δεν ήταν λίγες οι φορές που τα άρθρα του δημιουργούσαν αντιδράσεις και προκαλούσαν κύματα αντιδράσεων στον δημόσιο διάλογο. Για πολλούς οι απόψεις τους ήταν ενοχλητικές. Τον χαρακτήρισαν συντηρητικό, δογματικό, ακραίο και θεωρητικό της «νεορθοδοξίας». Ο ίδιος αδιαφορούσε και δεν δίσταζε να εκφράζει τις αντισυμβατικές και αιρετικές απόψεις του για όλες τις πτυχές της νέας πραγματικότητας.
«Η Ελλάδα πέθανε και τη σκοτώσαμε εμείς» έλεγε και μιλούσε για μια «παρωδία κράτους που βασίστηκε στις πελατειακές σχέσεις». Αναρωτιόταν διαρκώς αν αφορά τον Έλληνα σήμερα η πολιτική αλλά και πόση σχέση έχει με την πραγματικότητα της ζωής του, με τα πραγματικά του προβλήματα,
Όταν ρωτήθηκε τι θεωρεί σημαντικό στη ζωή, εκείνος χωρίς δεύτερη σκέψη απάντησε: «Δεν υπάρχει σημαντικότερο πράγμα απ’ το ν’ αγαπήσεις και ν’ αγαπηθείς». Για τον ίδιο η κριτική είχε στόχο και όραμα: Να σωθούν σε κάποιες συνειδήσεις μέτρα και όρια γνησιότητας: των σχέσεων κοινωνίας, του αθλήματος της πολιτικής, των ανιχνεύσεων της τέχνης, της χαράς του έρωτα.
Επεσήμανε «πώς μένουμε δούλοι στη μιζέρια της καθημερινότητας, μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας».
«Η ζωή είναι λίγη, όχι χρονικά λίγη, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε».