Στην κλασική αρχαιότητα (5ος αιώνας π.Χ.), η Αθήνα υπήρξε η γενέτειρα του δημοκρατικού πολιτεύματος, της ελεύθερης έκφρασης και του πολιτικού διαλόγου. Αποτελούσε την Μέκκα των τεχνών, της φιλοσοφίας (Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης) και του θεάτρου, θέτοντας τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού.
Το 1834 αποτέλεσε το σύμβολο της εθνικής αναγέννησης: Όταν ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους, η Αθήνα ήταν μια μικρή επαρχιακή κωμόπολη , επιλέχθηκε όμως για το ένδοξο παρελθόν της, συμβολίζοντας την αναγέννηση της Ελλάδας και τη σύνδεση με τις αρχαίες ρίζες της.
Στα μέσα του 20ού αιώνα (δεκαετίες ’50 – ’70), έγινε το όνειρο της αστικής ευμάρειας. η πόλη των ευκαιριών και της κοινωνικής ανόδου, των θεάτρων , των μουσικών σκηνών, των καλλιτεχνικών δρώμενων αλλά και της ελευθερίας που παρείχε η ανωνυμία της πυκνοκατοικημένης μεγαλούπολης. Πρόσφερε επίσης πρόσβαση σε καλύτερη εκπαίδευση (πανεπιστήμια), νοσοκομεία και ένα ανώτερο βιοτικό επίπεδο. Αυτό οδήγησε στην αστυφιλία . Ειδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, η επαρχία ήταν κατεστραμμένη και οικονομικά εξαθλιωμένη. Η Αθήνα συγκέντρωνε όλες τις νέες θέσεις εργασίας, τα εργοστάσια και τις υπηρεσίες. Όλα έγιναν γρήγορα άναρχα και πρόχειρα, έτσι έχουμε την ανοικοδόμηση που βλέπουμε σήμερα.
Για να στεγαστούν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι κάτοικοι χωρίς κρατική χρηματοδότηση, επινοήθηκε η αντιπαροχή. Οι ιδιοκτήτες έδιναν τα μονοκατοικίες τους με τους κήπους , τα περιβόλια τους σε εργολάβους, και έπαιρναν ως αντάλλαγμα μερικά διαμερίσματα στη νέα πολυκατοικία που χτιζόταν στη θέση τους. Σιγά σιγά η Αθήνα άρχισε να χάνει την αρχιτεκτονική της κληρονομιά. Πανέμορφα νεοκλασικά και αρχοντικά σπίτια κατεδαφίστηκαν μαζικά για να δώσουν τη θέση τους στο μπετόν. Η πόλη επεκτάθηκε γρήγορα, άναρχα και επιθετικά, χωρίς κεντρικό πολεοδομικό σχεδιασμό. Αυτό οδήγησε σε στενούς δρόμους, ελάχιστους ελεύθερους χώρους , χωρίς πάρκα με πλήρη έλλειψη πρασίνου στις νέες γειτονιές (π.χ. Κυψέλη, Πατήσια, Παγκράτι) . Δημιουργήθηκε η σύγχρονη τσιμεντούπολη με το καθημερινό κυκλοφοριακό χάος και την αίσθηση της «παραμελημένης πόλης». Η εικόνα μιας πρωτεύουσας που έχει εγκαταλειφθεί στη μοίρα της έχει επιδεινωθεί από την σαρωτική παρουσία των μεταναστών , από την αύξηση της παραβατικότητας, από την έλλειψη καθαριότητας .
Όλα αυτά ο πολίτης τα διαπιστώνει καθημερινά. Αρκεί μια βόλτα από την Ομόνοια έως το Σύνταγμα, στην Πανεπιστημίου και τη Σταδίου, για να αντιληφθούμε ότι παρά τις μεμονωμένες κινήσεις ανάταξης του κέντρου η γενική εικόνα είναι απογοητευτική, αν όχι προσβλητική. Η Αθήνα μοιάζει με γκέτο κάποιας αποβιομηχανοποιημένης πόλης .Τα κακότεχνα γκραφίτι και οι μουντζουρωμένες επιφάνειες σε όλη την Αθήνα αποτελούν διεθνή μοναδικότητα. Σε καμία άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα δεν είναι ανεκτή αυτή η κατάσταση.
Από την περίοδο λοιπόν της αστικοποίησης περνάμε σε μια πιο βίαιη φάση. Οι τρέχουσες αλλαγές στη νομοθεσία για τα ακίνητα και τα οικόπεδα στην επαρχία δημιουργούν ένα νέο κύμα πίεσης που σπρώχνει τον κόσμο πίσω στις μεγάλες πόλεις. Οι πρόσφατες αυστηρές δικαστικές αποφάσεις (ΣτΕ) και οι νέες ρυθμίσεις καταργούν σταδιακά το δικαίωμα να χτίζει κανείς σε οικόπεδα εκτός σχεδίου πόλης (π.χ. κάτω από 4 στρέμματα ή χωρίς πρόσοψη σε επίσημα αναγνωρισμένο δρόμο). Χιλιάδες μικροϊδιοκτήτες στην επαρχία βλέπουν ξαφνικά τη γη τους να χάνει την αξία της, καθώς δεν μπορούν πλέον να χτίσουν το σπίτι τους.
Πολλοί νέοι άνθρωποι που θα ήθελαν να μείνουν ή να επιστρέψουν στο χωριό τους, αξιοποιώντας ένα κτήμα των γονιών τους, βρίσκονται εγκλωβισμένοι. Η γη στην επαρχία παύει να αποτελεί διέξοδο στέγασης ή επένδυσης. Και ενώ ο απλός πολίτης αδυνατεί να χτίσει ένα σπίτι στο κτήμα του, οι μεγάλες τουριστικές ή στρατηγικές επενδύσεις συνεχίζουν να παίρνουν άδειες μέσω ειδικών χωροταξικών σχεδίων. Αυτό αναγκάζει τους ντόπιους να πουλάνε τη γη τους φθηνά και να μετατρέπονται από ιδιοκτήτες σε υπαλλήλους, ή να αποχωρούν.