Η γνώση είναι δύναμη!
Την φράση αυτή την πρωτοείπε ο δικηγόρος Φράνσις Μπέικον (22/1/1561 – 9/4/1626) όταν κατάλαβε ότι οι άνθρωποι ζούσαν σε έναν πνευματικό μεσαίωνα και προσπάθησε να αναδείξει την αξία της αληθινής επιστήμης.
Σήμερα η γνώση έχει αντικατασταθεί από την πληροφορία που ρέει με χειμαρρώδη ταχύτητα από το διαδίκτυο. Είναι τόσο μεγάλος ο καταιγισμός της πληροφόρησης που αδυνατούμε να την επεξεργαστούμε. Ο υπολογιστικός μας νους δυσκολεύεται να φιλτράρει και να αξιολογήσει τα στοιχεία της έρευνας του. Έτσι τις περισσότερες φορές αναπαράγει τα έτοιμα συμπεράσματα ή στην χειρότερη των περιπτώσεων δεν μπαίνει καν στην διαδικασία της αναζήτησης.
Κατά συνέπεια στον 21ο αιώνα με την εξέλιξη της τεχνολογίας παραμένουμε γνωσιακά αναλφάβητοι. Έχοντας την ευκολία με το πάτημα ενός κουμπιού να έχουμε αυτό που ψάχνουμε, αδιαφορούμε για τη γνώση που μας προάγει συνειδησιακά.
Ωστόσο η γνώση είναι δύναμη. Μόνο με αυτή μπορούμε να αναπτύξουμε τις ικανότητές μας, να εξελιχθούμε και να επιτύχουμε τους στόχους μας. Η γνώση μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τον κόσμο γύρω μας και να μας οδηγήσει στο να υιοθετήσουμε ένα τρόπο ζωής συμβατό με το αξιακό μας σύστημα. Η γνώση μας δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε το μέλλον μας και να βελτιώσουμε την κοινωνία μας.
Το Φαρενάιτ 451,: Fahrenheit 451 είναι ταινία του 1966 σε σκηνοθεσία του Φρανσουά Τρυφώ. Το σενάριο είναι βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ρέι Μπράντμπερι.
Βρισκόμαστε σε μια δυστοπία, όπου τα βιβλία είναι απαγορευμένα. Ο Γκάι Μόνταγκ είναι πυρονόμος[5] και αποστολή του είναι να καίει βιβλία. Ζει μαζί με τη σύζυγό του Λίντα, η οποία είναι όλη τη μέρα μπροστά στην τηλεόραση.
Η γνωριμία του με τη γειτόνισσα Κλαρίς θα τον κάνει να αλλάξει γνώμη για τα βιβλία και να εκτιμήσει την αξία τους. Σιγά σιγά καταλαβαίνει πως είναι λάθος η καύση των βιβλίων και αρχίζει να αποστασιοποιείται από τους συναδέλφους του.

Όταν μαθευτούν οι αντιλήψεις του, εκτοπίζεται από την πόλη και πηγαίνει σε μια απόμερη περιοχή, όπου ζουν οι διωκόμενοι αναγνώστες βιβλίων. Ο καθένας από αυτούς έχει απομνημονεύσει ένα αγαπημένο του βιβλίο, προκειμένου να μην ξεχαστεί. Ο Γκάι επιλέγει να απομνημονεύσει το Ιστορίες μυστηρίου και φαντασίας του Έντγκαρ Άλαν Πόε.
Ποιος είναι όμως ο πραγματικός λόγος για την απαγόρευση των βιβλίων;
Παραδόξως, δεν είναι αυτό που θα περιμέναμε, δηλαδή η άνωθεν παρέμβαση μιας στυγνής εξουσίας. Απεναντίας, στην καίρια συζήτηση μεταξύ Μπήτυ και Μόνταγκ, τα πράγματα αποσαφηνίζονται από τον νομιμόφρονα Μπήτυ. Τα βιβλία δεν απαγορεύτηκαν, αλλά πέρασαν στην αφάνεια επειδή εμφανίστηκε η φωτογραφία, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, αλλά και επειδή η κάθε μειονότητα αποφάσιζε να λογοκρίνει όποια σελίδα δεν συμφωνούσε με τις πεποιθήσεις της. «Τότε τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν χαρακτήρα μαζικό», θα πει ο Μπήτυ στον φιλοπερίεργο Μόνταγκ.
Μήπως κάτι παρόμοιο δεν αναβιώνει στις μέρες μας; Η τεχνολογία εξοβελίζει τα βιβλία αλλά και κάθε μειονότητα έχει πια δικαίωμα να λογοκρίνει αυτά που δεν συνάδουν με τις πεποιθήσεις της στα πλαίσια της συμπερίληψης και της woke κουλτούρας.
Επομένως, η απονομιμοποίηση των βιβλίων στον κόσμο του Φαρενάιτ 451 προήλθε από έναν συνδυασμό τεχνικής εξέλιξης των μέσων, ψυχοπνευματικής χειραγώγησης των μαζών και φανατισμού των μειονοτήτων. Κανείς δεν απαγόρευσε τα βιβλία, πέρα από τους ίδιους τους ανθρώπους, που έπαψαν να διαβάζουν για απόλαυση, για γνώση και πνευματική καλλιέργεια, και πέρασαν σε μορφές ψυχαγωγίας με χαμηλό δείκτη πνευματικότητας.
Μπορούν τα πράγματα να αλλάξουν;
Στις συζητήσεις τους ο Μόνταγκ θα αντιληφθεί τη διαφορά ανάμεσα στην «πραγματικότητα», την οποία εκπροσωπεί κυρίως η τηλεόραση, και στην «αλήθεια», που ενυπάρχει στα βιβλία. Ο Φάμπερ θα του εξηγήσει πως παρότι τα πράγματα μοιάζουν να πηγαίνουν καλά, ουσιαστικά πηγαίνουν «κατά διαόλου». Η φαινομενικότητα της ελαφρόμυαλης διασκέδασης έχει κατακλύσει και καταλύσει την πραγματικότητα της τέχνης και της σκέψης, έχοντας γίνει με τη σειρά της η «νέα πραγματικότητα».
Από την άλλη, έχουμε την απεριόριστη ελευθερία των νέων ενημερωτικών και ψυχαγωγικών μέσων που έχουν κατακλύσει την κουλτούρα του Φαρενάιτ 451, προσφέροντας στους ανθρώπους αστόχαστη και υποβαθμισμένη διασκέδαση, δημιουργώντας ανθρώπινα όντα ασυναίσθητα απέναντι σε μια πιο υπαρξιακή και συνειδητή αίσθηση του κόσμου και του εαυτού. Εδώ ισχύει ένα μότο χαξλεϊκού τύπου: «Η χειραγώγηση των μαζών επιτυγχάνεται με την αποχαύνωσή τους». Και στις τρεις περιπτώσεις, πάντως, έχουμε έναν βασικό χαρακτήρα που καταλήγει να διαφέρει και πασχίζει να ξεφύγει από τη μέγγενη του συστήματος.
Πόσο προφητικό έχει αποδειχτεί το πολυμεταφρασμένο βιβλίο του Μπράντμπερι, εξήντα χρόνια μετά; Ο εικονικός και πραγματικός κόσμος συγχωνεύεται και αλληλοεπιδρά και εμείς ακροβατούμε ανάμεσα στην αληθινή και εικονική ζωή μην μπορώντας πολλές φορές να τις ξεχωρίσουμε.,
Βιώνουμε μια κατάσταση όπου τα πάντα συνδυάζονται με τα πάντα, όπου το ουσιώδες μπερδεύεται με το επουσιώδες, η αλήθεια συνδυάζεται με το ψέμα διογκώνοντας τη σύγχυση του σημερινού ανθρώπου.
Για αυτό το λόγο καλούνται οι άνθρωποι του πνεύματος, (το οφείλουν στον εαυτό τους και στους άλλους) να αναδείξουν το πρόβλημα και να πείσουν τους ανθρώπους να μην ξεχνούν τις παραδόσεις, να μην εφησυχάζουν και να μην ευτελίζουν τον ελεύθερο χρόνο τους. Όπως το θέτει με απαράμιλλη ευστοχία ο Μπήτυ, παίρνοντας όμως το μέρος της εξουσίας που χειραγωγεί:
«Άσε τον κόσμο να κερδίζει σε διαγωνισμούς που του ζητούν να θυμηθεί τους στίχους γνωστών τραγουδιών ή τις πρωτεύουσες των πολιτειών ή το πόσο καλαμπόκι παρήγαγε η Άιοβα πέρυσι. Φόρτωσέ τους με ανώδυνα δεδομένα, τάισε τους με ένα κάρο “γεγονότα”, που στο τέλος θα νιώσουν χορτασμένοι, αλλά και “φωστήρες” με τόση πληροφορία. Θα νιώσουν τότε ότι σκέφτονται, θα πάρουν μια αίσθηση της κίνησης χωρίς να έχουν κινηθεί ούτε ρούπι». (σ. 97)
Από τη μία λοιπόν κραδαίνουμε το λάβαρο της απόλυτης ελευθερίας, από την άλλη αντικρίζουμε ένα από τα κυριότερα αποτελέσματά της, δηλαδή τη μαζική αποχαύνωση. Αν πιστέψουμε τις ετήσιες στατιστικές, μαθαίνουμε ότι οι μισοί Έλληνες δεν διαβάζουν κανένα βιβλίο, ενώ το υπόλοιπο σαράντα τοις εκατό διαβάζει κάτω από δέκα βιβλία τον χρόνο. Δηλαδή, εννιά στους δέκα Έλληνες έχουν μικρή έως μηδαμινή σχέση με βιβλία. Αυτά δεν συμβαίνουν σε μια αναλφάβητη χώρα, αλλά σε μια χώρα με εκατομμύρια πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή ανθρώπους με την αποδεδειγμένη πνευματική ικανότητα, αλλά και την αποδεδειγμένη απροθυμία να διαβάζουν μη επαγγελματικά βιβλία. Επομένως, η αναντιστοιχία ανάμεσα στην «επαγγελματική κατάρτιση» και στην «ατομική καλλιέργεια», έτσι όπως διαφαίνεται και στο Φαρενάιτ 451, παραμένει τεράστια.
Επομένως ο Μπράντμπερι έχει πέσει μέσα στις βασικές προβλέψεις του. Μπορεί να μην υπάρχει καταστολή και λογοκρισία, όμως υπάρχει μια ακατάβλητη μαζική λατρεία για την εικόνα της ηλεκτρονικής του συσκευής.
Ο άνθρωπος δεν ζητά μονάχα ελευθερία, αλλά και ασφάλεια και σταθερότητα. Το Φαρενάιτ 451 του Ρέι Μπράντμπερι είναι ένα σπουδαίο βιβλίο για τη λογοκρισία, όχι τόσο για τη λογοκρισία που επιβάλλει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, όσο για τη λογοκρισία που εφαρμόζουμε εμείς, καθημερινά, στον βαθύτερο εαυτό μας. Η πρώτη είναι απαράδεκτη, όμως η δεύτερη μπορεί να αποδειχτεί πιο επικίνδυνη. Γιατί είμαστε δομικά φτιαγμένοι για υψηλά πράγματα, για θαυμαστές δημιουργίες αρκεί να ανακαλύψουμε τη δύναμη μέσα μας. Ο Μπράντμπερι υπογραμμίζει τις ευθύνες που φέρουμε με τις επιλογές μας, ακόμα κι αν αυτές είναι σε μικρό ή μεγάλο βαθμό κατευθυνόμενες. Με άλλα λόγια, μας ζητά να αντιστεκόμαστε. Μέχρις εσχάτων