ΙΣΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΝΑ ΑΝΑ-ΓΝΩΡΙΣΤΟΥΜΕ

ΙΣΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΝΑ ΑΝΑ-ΓΝΩΡΙΣΤΟΥΜΕ
Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης  αναπτυξιακός και κοινωνικός ψυχολόγος και συγγραφέας
Ο Jung, σε μια επιστολή του προς τον Miguel Serrano το 1960, θυμάται την παρηγοριά που, όπως γράφει, έδωσε κάποτε ένας παλιός αλχημιστής στον μαθητή του: όσο απομονωμένος κι αν είσαι, όσο μόνος κι αν αισθάνεσαι, αν κάνεις το έργο σου αληθινά και ευσυνείδητα, άγνωστοι φίλοι θα έρθουν κάποτε να σε αναζητήσουν.
Παλιότερα η σκέψη αυτή μου φαινόταν και μένα παράξενη ή, μάλλον, κάπως ψευτοπαρηγορητική. Μια όμορφη φράση για εκείνον που βρίσκεται μόνος του και χρειάζεται να πιστέψει ότι κάπου, κάποτε, κάποιοι άνθρωποι θα εμφανιστούν και θα τον αναγνωρίσουν. Γιατί η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι περνάμε ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας κάνοντας ακριβώς το αντίθετο: προσπαθούμε να βρούμε εμείς τους ανθρώπους που θα μας βρουν ενδιαφέροντες. Να μας προσέξουν, να μας εγκρίνουν, να μας ακολουθήσουν, να μας επιλέξουν, να μας αγαπήσουν.
Δεν είναι παράλογο. Πίσω από αυτή την προσπάθεια υπάρχει μία από τις βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες: η ανάγκη του ανήκειν. Θέλουμε να γνωρίζουμε ότι κάπου υπάρχει ένας τόπος για εμάς, ότι κάποιο βλέμμα μάς αναγνωρίζει, ότι η παρουσία μας έχει σημασία για κάποιον άλλον.
Μόνο που η εποχή μας έχει καταφέρει κάτι παράξενο. Έχει μετατρέψει αυτή την υπαρξιακή ανάγκη σε αγώνα ορατότητας. Δεν αρκεί πια να υπάρχουμε. Πρέπει να φαινόμαστε ότι υπάρχουμε. Να παρουσιάζουμε τον εαυτό μας, να τον εξηγούμε, να τον διαφημίζουμε, να τον κάνουμε ενδιαφέροντα, ελκυστικό, επιθυμητό. Σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, μπορεί να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό σαν προϊόν που χρειάζεται το κατάλληλο κοινό.
Και τότε συμβαίνει μια ύπουλη μετατόπιση. Αντί να αναρωτιόμαστε ποιο είναι το έργο μας, αναρωτιόμαστε ποιο έργο θα αρέσει. Αντί να αναρωτιόμαστε τι έχουμε πραγματικά να πούμε, αναρωτιόμαστε τι θα ήθελαν οι άλλοι να ακούσουν.
Κάπου εκεί αρχίζουμε να χάνουμε το νήμα. Γιατί όσο περισσότερο προσαρμόζουμε τη φωνή μας ώστε να ακουστεί, τόσο κινδυνεύουμε να απομακρυνθούμε από εκείνο που είχαμε πραγματικά να πούμε. Κι όσο περισσότερο κατασκευάζουμε έναν εαυτό που θα μπορούσε να αγαπηθεί από όλους, τόσο δυσκολότερο γίνεται να μας αγαπήσει κάποιος για αυτό που πραγματικά είμαστε.
Ίσως λοιπόν ο δρόμος να είναι ακριβώς ο αντίθετος. Να πάψουμε κάποτε να κυνηγάμε τους ανθρώπους και να αρχίσουμε να υπηρετούμε το έργο που αισθανόμαστε ότι μας αναλογεί.
Και «έργο» εδώ δεν σημαίνει αναγκαστικά καριέρα, τέχνη ή κάποιο σπουδαίο κοινωνικό επίτευγμα. Μπορεί να είναι ένα βιβλίο, ένας κήπος, ένα παιδί που μεγαλώνεις, ένα μάθημα που διδάσκεις, ένας άνθρωπος που φροντίζεις, μια επιστήμη που υπηρετείς, μια κοινότητα που δημιουργείς, μια ερώτηση που αρνείσαι να εγκαταλείψεις. Μπορεί να είναι, τελικά, ένας τρόπος να βρίσκεσαι στον κόσμο.
Το έργο είναι ίσως εκείνο για το οποίο μπορείς να πεις: «Αυτό θα άξιζε να το κάνω ακόμη κι αν δεν χειροκροτούσε κανείς».
Εδώ βρίσκεται, νομίζω, το δύσκολο σημείο. Γιατί αν το έργο χρειάζεται συνεχώς το βλέμμα των άλλων για να συνεχιστεί, τότε ίσως δεν υπηρετούμε πια το έργο. Υπηρετούμε την ανάγκη μας να μας βλέπουν. Και αυτές είναι δύο εντελώς διαφορετικές πείνες. Η πρώτη λέει: «Έχω κάτι που πρέπει να γίνει». Η δεύτερη λέει: «Χρειάζομαι κάποιον να μου επιβεβαιώσει ότι αξίζω».
Φυσικά, καμία ανθρώπινη δημιουργία δεν είναι εντελώς ανεξάρτητη από την αναγνώριση. Χαιρόμαστε όταν μας διαβάζουν, όταν μας ακούν, όταν κάποιος συγκινείται από κάτι που δημιουργήσαμε. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το βλέμμα του άλλου παύει να είναι συνάντηση και γίνεται καύσιμο. Όταν χωρίς αυτό δεν μπορούμε πια να συνεχίσουμε. Τότε δεν δημιουργούμε για να επικοινωνήσουμε. Δημιουργούμε για να υπάρξουμε.
Κι ίσως εδώ η σκέψη που μεταφέρει ο Jung γίνεται πολύ πιο ριζοσπαστική απ’ όσο φαίνεται. Δεν χρειάζεται να πείσεις όλον τον κόσμο να σε καταλάβει. Χρειάζεται να γίνεις αρκετά αληθινός ώστε να μπορούν να σε αναγνωρίσουν εκείνοι που έχουν λόγο να σε αναγνωρίσουν.
Γιατί όταν εργάζεσαι από ένα αληθινό σημείο του εαυτού σου, αρχίζεις αναπόφευκτα να αγγίζεις ερωτήματα που δεν είναι μόνο δικά σου. Η προσωπική σου πληγή συναντά μια ανθρώπινη πληγή. Η δική σου απορία συναντά την απορία κάποιου αγνώστου. Η λέξη που έγραψες μόνος ένα βράδυ μπορεί, χρόνια αργότερα, να πέσει στα χέρια ενός ανθρώπου που δεν γνώρισες ποτέ και να του προκαλέσει εκείνη την παράξενη ανατριχίλα της αναγνώρισης: «Κάποιος άλλος το έχει νιώσει αυτό».
Και τότε ένας άγνωστος παύει, για λίγο, να είναι άγνωστος.
Ίσως αυτοί να είναι οι «άγνωστοι φίλοι». Όχι άνθρωποι που συμφωνούν απαραίτητα μαζί μας. Ούτε θαυμαστές. Ούτε ακόλουθοι. Αλλά άνθρωποι που αναγνωρίζουν κάτι από τη δική τους εσωτερική διαδρομή μέσα στη δική μας.
Αυτό εξηγεί και μια από τις πιο παράξενες εμπειρίες της ζωής. Μπορεί να γνωρίζεις κάποιον επί είκοσι χρόνια και να μην αισθανθείς ποτέ ότι σε συνάντησε πραγματικά, και μπορεί να συναντήσεις έναν άνθρωπο για είκοσι λεπτά και να υπάρξει μια σχεδόν ανεξήγητη οικειότητα. Όχι επειδή «γνωριζόσασταν από κάποια προηγούμενη ζωή», όπως θα βιαζόταν ίσως να πει μια εύκολη μεταφυσική ερμηνεία, αλλά επειδή αναγνωρίσατε κάτι κοινό στον τρόπο με τον οποίο κατοικείτε αυτή τη ζωή.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη βαθύτερη πλευρά. Για να εμφανιστούν αυτοί οι άγνωστοι φίλοι, χρειάζεται πολλές φορές να αντέξουμε ένα διάστημα στο οποίο δεν εμφανίζεται κανείς. Να αντέξουμε τη σιωπή ανάμεσα στο έργο και στην αναγνώρισή του. Να γράφεις και να μη σε διαβάζουν. Να μιλάς και να μη σε καταλαβαίνουν. Να δημιουργείς χωρίς χειροκρότημα. Να ακολουθείς μια εσωτερική κατεύθυνση χωρίς να έχεις ακόμη καμία απόδειξη ότι οδηγεί κάπου.
Κι αυτή ίσως είναι μία από τις δυσκολότερες δοκιμασίες της αυθεντικότητας: μπορείς να παραμείνεις πιστός σε κάτι πριν επιβεβαιωθεί από τους άλλους;
Γιατί αλλιώς η αυθεντικότητα γίνεται ακόμη μία στρατηγική επιτυχίας. «Θα είμαι αυθεντικός για να προσελκύσω τους σωστούς ανθρώπους». Αλλά τότε έχουμε επιστρέψει από την πίσω πόρτα ακριβώς εκεί απ’ όπου προσπαθούσαμε να φύγουμε. Πάλι τους ανθρώπους κυνηγάμε. Απλώς τώρα χρησιμοποιούμε ως δόλωμα την «αυθεντικότητά» μας.
Το πραγματικό στοίχημα είναι πολύ δυσκολότερο. Να κάνεις το έργο ακόμη κι αν οι άγνωστοι φίλοι αργήσουν. Ακόμη κι αν κάποιοι δεν έρθουν ποτέ.
Και παραδόξως, ακριβώς τότε αυξάνεται η πιθανότητα μιας αληθινής συνάντησης. Γιατί δεν εκπέμπεις πια την αγωνιώδη ερώτηση «θα με διαλέξετε;». Εκπέμπεις κάτι πολύ καθαρότερο: «Αυτό είμαι. Αυτό βλέπω. Αυτό αγαπώ. Αυτή είναι η ερώτηση που με καίει. Αν σε αφορά κι εσένα, ίσως έχουμε κάτι να πούμε».
Και, σχεδόν ανεξήγητα, αρχίζουν κάποτε να εμφανίζονται άνθρωποι που μιλούν την ίδια εσωτερική γλώσσα. Όχι επειδή τους αναζητούσες, αλλά επειδή μπορούσαν πλέον να σε αναγνωρίσουν.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και ένα από τα βαθύτερα παράδοξα του ανήκειν: βρίσκουμε τους ανθρώπους μας όταν παύουμε να παραμορφώνουμε τον εαυτό μας για να χωρέσουμε ανάμεσα στους ανθρώπους.
Και ίσως οι σημαντικότεροι άνθρωποι της ζωής μας να μη βρίσκονται πάντοτε επειδή τους ψάξαμε. Μερικοί εμφανίζονται επειδή, μέσα από χρόνια δουλειάς, απωλειών, μοναξιάς, λαθών και επιμονής, γίναμε κάποτε ο άνθρωπος που μπορούσε να τους συναντήσει.
Δεν έρχονται πάντοτε οι άνθρωποί μας όταν τους αναζητούμε. Μερικές φορές έρχονται όταν έχουμε γίνει αναγνωρίσιμοι από αυτούς. Και τότε καταλαβαίνουμε ίσως τι εννοούσε εκείνος ο παλιός αλχημιστής. Κάνε το έργο σου. Κάν’ το αληθινά. Κάν’ το ευσυνείδητα. Και άφησε κάποιες συναντήσεις να αναλάβουν να σε βρουν.

Leave a Comment