Ο Έντουαρ Φράνκλιν Άλμπι, διακεκριμένος θεατρικός συγγραφέας με το έργο του “Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ” μας εισάγει σε ένα κόσμο τοξικότητας με ψυχοπαθητικές προσωπικότητες. Η επικοινωνία των πρωταγωνιστών χαρακτηρίζεται δύσκολη με διαλόγους χωρίς νόημα, με ασυνάρτητες φράσεις , με μια δυναμική ασυνέπειας μέσα σε ένα τοπίο κοινωνικής και πολιτικής κατάρρευσης.
Το έργο αντανακλά την παρακμή της κοινωνίας, μέσα από την κρίση και την υπονόμευση του θεσμού της οικογένειας. Άτομα ψυχικά κατακερματισμένα, με τραύματα και συναισθηματικά μπλοκαρίσματα δημιουργούν συγκρουσιακές σχέσεις και φθείρονται μέσα σε αυτές. Βουλιάζουν στα μυστικά, στα κατασκευασμένα ψέμματα, στις υποχωρήσεις, στους συμβιβασμούς, στις διαψευσμένες προσδοκίες. Οι ήρωες παγιδεύονται σε μοντέλα αντιπαράθεσης και βιώνουν μια διαδικασία ακύρωσης και συντριβής. Τα πρόσωπα μετατρέπονται σε καρικατούρες που αλληλοκαταστρέφονται μέσα στην θλιβερή τους συμβίωση, μέσα σε μια σχέση που κατακεραυνώνει ο ένας τον άλλο στην προσπάθεια του να τον ταπεινώσει και να τον εξουσιάσει. Αυτή η διαστρέβλωση γενικεύεται, διαπερνά τον μικρόκοσμο των ζευγαριών και διαχύεται μολύνοντας την ίδια την κοινωνία. Η ανισορροπία που πηγάζει από τις εσωτερικές συγκρούσεις και ματαιώσεις των ηρώων, οι απανωτές απογοητεύσεις φέρνουν σε αδιέξοδο τις διαπροσωπικές σχέσεις και σε μεγαλύτερη κλίμακα διαλύουν τον κοινωνικό ιστό. Όσο παρατείνεται αυτή η παθολογία , τόσο βαθαίνει το χάσμα και αποσυντίθεται η κοινωνία .
Οι άνθρωποι εξαρτώμενοι από τη νοσηρότητα συνεχίζουν να αλληλοσπαράζονται κατηγορώντας οι μεν τους δε σε ένα φαύλο κύκλο που δεν οδηγεί πουθενά. Αντί να απαγκιστρωθούν και να σπάσουν τα δεσμά που τους κρατούν αλυσοδεμένους σε μια επίγεια κόλαση, παραμένουν προσκολλημένοι στη νοσηρή αυτή κατάσταση καταμετρώντας τις απώλειες τους και γλύφοντας τις πληγές τους. Θέλουν να ουρλιάξουν να ξεφύγουν από την αυτοπαγίδευση τους αλλά πνίγουν την αντίδραση τους από τον φόβο της έκθεσης τους και της ομολογίας της αποτυχίας τους. Έτσι κουκουλώνουν και καλύπτουν τα κακώς κείμενα συνεχίζοντας την προσποίηση της πλασματικής τους ευτυχίας.
Το έργο αντανακλά παράλληλα την κοινωνική και πολιτική κρίση της Αμερικής στα τέλη της δεκαετίας του 60 που μέσα από αυτές τις ζυμώσεις δημιουργήθηκε το κίνημα της Μαύρης Δύναμης. Η πολιτική οργάνωση των Μαύρων Πανθήρων εξέφρασε πολιτικές διεκδικήσεις που αφορούσαν πληθώρα ζητημάτων , όπως ο τερματισμός του πολέμου στο Βιετνάμ, το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη, για επαναπροσδιορισμό των εργασιακών σχέσεων, δίνοντας έμφαση στην στήριξη των ευάλωτων ομάδων.
Ένα μεγάλο λαϊκό ποτάμι ξεχύθηκε στους δρόμους που ζητούσε κάθαρση του σάπιου πολιτικού συστήματος, αποκατάσταση της ανεξάρτητης δικαιοσύνης , επαναφορά των θεσμών και των καταπατημένων συνταγματικών δικαιωμάτων. Τότε βρέθηκε το πρόσωπο του Μάρτιν Λούθερ Κίγκ που συσπείρωσε τον κόσμο και του έδωσε ένα όραμα. Βέβαια ήταν η Ιφιγένεια που θυσιάστηκε προκειμένου οι διαδηλώσεις να πάρουν μαζικό χαρακτήρα και να διαμορφώσουν το φάσμα της πολιτικής δράσης εκείνης της εποχής στις ΗΠΑ.
Σε τι πραγματικά διαφέρει η ταραχώδης εκείνη εποχή από την σημερινή; Μπορεί η ανθρωπότητα να υπερηφανεύεται για τα επιτεύγματα της, μπορεί η τεχνολογική πρόοδος να καλπάζει με αχαλίνωτους ρυθμούς, οι άνθρωποι, ωστόσο αγωνιούν να παραμείνουν όρθιοι σε ένα σύστημα που τους καταβροχθίζει.
Τι έχει αλλάξει λοιπόν από την δεκαετία του 60 στη βάση; Παραμένουν οι ίδιες ανασφάλειες, τα ίδια αδιέξοδα, τα ίδια προβλήματα σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Βγαίνουμε και πάλι στους δρόμους για να απαιτήσουμε τα αυτονόητα , αυτά που εσφαλμένα νομίσαμε ότι είχαν λυθεί και ότι δεν θα χρειαζόταν να αγωνιστούμε ποτέ πάλι για αυτά. Θεωρήσαμε δεδομένη την Δημοκρατία, την Ελευθερία, την Ειρήνη. Βολευτήκαμε, αράξαμε νωχελικά στον καναπέ του σπιτιού μας γιατί είχαμε την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να απειλήσει την καλοζωία μας. Ασπαστήκαμε αδιαμαρτύρητα το νέο δόγμα, διαλύσαμε τις οικογένειες μας, απομακρυνθήκαμε από τους φίλους μας και χάσαμε στην κυριολεξία τον εαυτό μας όταν μας τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια.
Τώρα λοιπόν που γκρεμίζεται ο κόσμος μας θα πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα στον αφανισμό μας ή στη αναζήτηση της εθνικής μας ταυτότητας. Επιστρέφουμε στις ρίζες μας , ξαναανακαλύπτουμε την σπουδαιότητα της πατρίδας μας και αναζητούμε μέσα στη συλλογική συνείδηση τα εχέγγυα για να συνεχίζουμε να υπάρχουμε ως οντότητες με αυτοδιάθεση και ελευθερία.