Συμμετοχική Δημοκρατία και Ενεργός Πολίτης

Συμμετοχική Δημοκρατία και Ενεργός Πολίτης
Συμμετοχική Δημοκρατία και Ενεργός Πολίτης
Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στην κάλπη. Οι εκλογές αποτελούν αναγκαία συνθήκη της, όχι όμως και επαρκή.
Στην Ελλάδα ο πολίτης καλείται κάθε τέσσερα χρόνια να επιλέξει ποιος θα κυβερνήσει και στη συνέχεια επιστρέφει στον ρόλο του θεατή. Οι κυβερνήσεις δεσμεύονται προεκλογικά, αλλά μπορούν έπειτα να αθετούν τις υποσχέσεις τους χωρίς να επιστρέφουν στον λαό για νέα εντολή. Η αντιπολίτευση καταγγέλλει όσα συχνά επαναλαμβάνει όταν αναλάβει την εξουσία. Και το θέατρο της ανάθεσης, της διάψευσης και της λήθης συνεχίζεται.
Η Ελλάδα είναι συνταγματικά προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι κατ’ ουσίαν «διακοσμητικός» και ορίζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση που συγκεντρώνει την απόλυτη εξουσία και ιδιαίτερα από τον πρωθυπουργό. Για το λόγο αυτό ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ονομάζει το πολίτευμα μας «κοινοβουλευτική μοναρχία»
.
Τυπικά, η Βουλή ελέγχει την κυβέρνηση. Πρακτικά, όταν η κυβέρνηση διαθέτει πειθαρχημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ελέγχει τη Βουλή που υποτίθεται ότι θα την ελέγξει. Έτσι, η διάκριση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας εξαφανίζεται και η νομοθετική λειτουργία συχνά περιορίζεται στην επικύρωση κυβερνητικών αποφάσεων.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν η Δικαιοσύνη, ο θεσμός που θα έπρεπε να ελέγχει τους πάντες, δεν είναι επαρκώς θωρακισμένη απέναντι στην πολιτική εξουσία. Οι δικαστές διαθέτουν συνταγματικά προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία και πολλοί υπηρετούν έντιμα το λειτούργημά τους. Ωστόσο, η ηγεσία των ανώτατων δικαστηρίων επιλέγεται από την εκτελεστική εξουσία.
Δημιουργείται έτσι τουλάχιστον μια σοβαρή θεσμική ευαλωτότητα και μια δικαιολογημένη κρίση εμπιστοσύνης.
Δίπλα στις τρεις εξουσίες λειτουργεί και μια τέταρτη: τα μέσα ενημέρωσης. Όταν όμως τα μεγαλύτερα μέσα ανήκουν σε επιχειρηματικούς ομίλους που συνδέονται με κρατικές συμβάσεις, τραπεζικό δανεισμό, δημόσια διαφήμιση και πολιτικά κέντρα, η ενημέρωση κινδυνεύει να μετατραπεί από ελεγκτή της εξουσίας σε μηχανισμό προστασίας της. Η χειραγώγηση δεν πραγματοποιείται μόνο με ψέματα. Πραγματοποιείται και με την επιλογή τού τι θα προβληθεί, τι θα αποσιωπηθεί, ποια ερώτηση δεν θα τεθεί και πόσο γρήγορα ένα σκάνδαλο θα εξαφανιστεί κάτω από τον επόμενο επικοινωνιακό θόρυβο.
Δημιουργείται έτσι ένα φαύλο τετράγωνο: κυβέρνηση – κοινοβουλευτική πλειοψηφία – κορυφή της Δικαιοσύνης – διαπλεκόμενα μέσα ενημέρωσης.
Ιδιαίτερα προβληματικό παραμένει το ειδικό καθεστώς ποινικής ευθύνης των υπουργών. Το άρθρο 86 του Συντάγματος αναθέτει στη Βουλή την αρμοδιότητα να κινήσει διαδικασία δίωξης για αδικήματα που τελέστηκαν από υπουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η αναθεώρηση του 2019 κατάργησε τον παλαιό, εξαιρετικά σύντομο αποσβεστικό χρονικό περιορισμό, αλλά δεν έλυσε το θεμελιώδες πρόβλημα:
Εκείνοι που πολιτικά συνδέονται με τον ελεγχόμενο αποφασίζουν αν θα επιτραπεί η ποινική διερεύνησή του.
Αυτό το εμπόδιο έχει επισημανθεί ακόμη και από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει αρμοδιότητα να ερευνά απάτες και διαφθορά που βλάπτουν τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Όταν όμως η έρευνα φτάσει σε πιθανές ευθύνες Ελλήνων υπουργών, υποχρεώνεται να διαβιβάσει το σχετικό υλικό στη Βουλή. Η ίδια έχει δηλώσει ότι το άρθρο 86 την εμποδίζει να ολοκληρώσει απρόσκοπτα το έργο της ως προς τα κυβερνητικά πρόσωπα.
Η παρανομία, λοιπόν, δεν χρειάζεται πάντοτε να λειτουργεί έξω από τον νόμο. Μπορεί να προστατεύεται μέσα από ειδικές νομικές διαδικασίες, κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, καθυστερήσεις, παραγραφές και ελεγχόμενη πληροφόρηση.
Και ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί ο πολίτης έγινε κυνικός… Όταν βλέπει σκάνδαλα να αποκαλύπτονται χωρίς ουσιαστική λογοδοσία, αρχικά θυμώνει, στη συνέχεια απογοητεύεται και τελικά παραιτείται:
«Τίποτε δεν αλλάζει». «Όλοι ίδιοι είναι». «Κοίτα τη δουλειά σου». «Όποιος κι αν βγει, τα ίδια θα κάνει».
Αυτός ο κυνισμός μοιάζει με πολιτική διαύγεια, αλλά συχνά είναι μαθημένη πολιτική αδυναμία. Ο πολίτης αποσύρεται για να προστατευθεί από μια νέα απογοήτευση. Με την απόσυρσή του, όμως, αφήνει περισσότερο χώρο στους οργανωμένους κομματικούς μηχανισμούς. Η δύναμή τους μεγαλώνει και επιβεβαιώνει την πεποίθησή του ότι τίποτε δεν αλλάζει.
Χαρακτηριστικό είναι το ζήτημα της αποχής.
Στις εθνικές εκλογές του Ιουνίου 2023 η αποχή έφτασε στο 46,26%. Η Νέα Δημοκρατία έλαβε 40,56% των έγκυρων ψηφοδελτίων και 158 έδρες. Το ποσοστό αυτό ήταν νόμιμα υπολογισμένο και όχι αριθμητική απάτη. Αντιστοιχούσε, όμως, μόλις περίπου στο 21,6% του συνόλου των εγγεγραμμένων εκλογέων.
Έτσι, λίγο περισσότερο από ένας στους πέντε εγγεγραμμένους πολίτες ήταν αρκετός, σε συνδυασμό με την αποχή και την ενισχυμένη αναλογική, για να προκύψει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Μια κυβέρνηση μπορεί, επομένως, να είναι εκλογικά νόμιμη και συγχρόνως να διαθέτει περιορισμένο εύρος ενεργού κοινωνικής υποστήριξης.
Η αποχή εκφράζει συχνά αποδοκιμασία, αλλά από μόνη της δεν συνιστά αποτελεσματική αντίσταση. Το σύστημα δεν γνωρίζει αν κάποιος απείχε από διαμαρτυρία, αδιαφορία ή πρακτική αδυναμία. Οι έδρες κατανέμονται κανονικά μεταξύ εκείνων που ψηφίζουν και οι πειθαρχημένοι κομματικοί στρατοί αποκτούν αναλογικά μεγαλύτερη δύναμη.
Ο πολίτης, όμως, δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Η κομματοκρατία δεν επιβλήθηκε μόνο από πάνω. Τροφοδοτήθηκε και από κάτω: από το ρουσφέτι, την ανταλλαγή ψήφου με προσωπική εξυπηρέτηση, την ανοχή στη διαφθορά όταν μας ωφελεί, την κομματική οπαδοποίηση και την προσδοκία ότι κάποιος σωτήρας θα λύσει τα προβλήματά μας χωρίς τη δική μας συμμετοχή.
Δεν είναι ίδια η ευθύνη του απλού πολίτη με την ευθύνη εκείνου που διαθέτει πολιτική, δικαστική, οικονομική ή επικοινωνιακή ισχύ. Όσο μεγαλύτερη η δύναμη τόσο μεγαλύτερη και η ευθύνη. Κανένα σύστημα, όμως, δεν αλλάζει βαθιά όταν οι πολίτες εξακολουθούν να ανταμείβουν τις συμπεριφορές που καταγγέλλουν.
Από την ανάθεση στη συμμετοχή
Η λύση δεν είναι να αντικαταστήσουμε τους σημερινούς διαχειριστές με έναν ακόμη επίδοξο σωτήρα. Χρειαζόμαστε μια βαθύτερη μετάβαση από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία της ανάθεσης σε μια συμμετοχική δημοκρατία διαρκούς ελέγχου και συνδιαμόρφωσης.
Αυτό προϋποθέτει θεσμούς όπως:
• δημοψηφίσματα με λαϊκή πρωτοβουλία και ασφαλιστικές δικλίδες,
• δυνατότητα κατάθεσης νομοθετικών προτάσεων από τους πολίτες,
• συνελεύσεις πολιτών που επιλέγονται με αντιπροσωπευτική κλήρωση,
• συμμετοχικούς δημοτικούς προϋπολογισμούς,
• τοπικές συνελεύσεις και συμβούλια γειτονιάς,
• ουσιαστικές και όχι προσχηματικές δημόσιες διαβουλεύσεις,
• συνεχή έλεγχο των προεκλογικών δεσμεύσεων,
• πλήρη διαφάνεια στη χρηματοδότηση κομμάτων και μέσων ενημέρωσης,
• δημοσιοποίηση των επαφών πολιτικών με ομάδες οικονομικών συμφερόντων,
• ισχυρότερη θεσμική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης,
• ριζική αναθεώρηση του άρθρου 86,
• προστασία της ερευνητικής δημοσιογραφίας και των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος.
Αλλά ακόμη και οι καλύτεροι θεσμοί δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς πολίτες εκπαιδευμένους στη συμμετοχή.
Η δημοκρατία χρειάζεται ανθρώπους που ξέρουν:
• να διασταυρώνουν τις πληροφορίες,
• να ακούν τη διαφορετική άποψη,
• να διακρίνουν το γεγονός από την προπαγάνδα,
• να συνεργάζονται,
• να αλλάζουν γνώμη όταν εμφανίζονται νέα στοιχεία,
• να προστατεύουν τη μειοψηφία,
• να αναλαμβάνουν τις συνέπειες των συλλογικών αποφάσεων.
Ένα ανεξάρτητο Κίνημα Πολιτών
Η ανανέωση της δημοκρατίας δύσκολα θα προέλθει αποκλειστικά από τους μηχανισμούς που ωφελούνται από τη σημερινή της μορφή. Είναι αναγκαία η δημιουργία ενός πραγματικά ανεξάρτητου, ισχυρού και δημοκρατικά οργανωμένου Κινήματος Πολιτών.
Όχι ενός ακόμη αρχηγικού κόμματος.
Όχι μιας νέας αγέλης γύρω από έναν χαρισματικό σωτήρα.
Όχι μιας οργάνωσης που θα μιλά για δημοκρατία και θα λειτουργεί εσωτερικά σαν μικρή μοναρχία.
Ένα αληθινό Κίνημα Πολιτών χρειάζεται:
• πλήρη οικονομική διαφάνεια,
• ανεξαρτησία από κόμματα και επιχειρηματικά συμφέροντα,
• αποκεντρωμένες τοπικές ομάδες,
• εναλλαγή ρόλων και περιορισμένες θητείες,
• λογοδοσία και ανακλητότητα,
• προστασία της διαφωνίας,
• συλλογική ηγεσία,
• τεκμηριωμένες πολιτικές προτάσεις,
• προσήλωση στην Ενεργή Μη Βία.
Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να λειτουργήσει ως σχολείο ενεργών πολιτών. Να μην καλεί τους ανθρώπους να παραδώσουν ξανά τη δύναμή τους, αλλά να τους εκπαιδεύει να ενημερώνονται, να διαβουλεύονται, να συνδιαμορφώνουν και να ελέγχουν.
Η δημοκρατία δεν θα σωθεί από εκείνον που θα υποσχεθεί ότι θα κυβερνήσει καλύτερα για λογαριασμό μας. Θα αναγεννηθεί όταν αρκετοί άνθρωποι πάψουν να συμπεριφέρονται ως υπήκοοι, καταναλωτές πολιτικών υποσχέσεων και οπαδοί.
Το αντίθετο του κυνισμού δεν είναι η ευπιστία.
Είναι η συνειδητή συμμετοχή.
Το πραγματικό δημοκρατικό κίνημα δεν αναζητά οπαδούς. Καλλιεργεί πολίτες.
Και ο ενεργός πολίτης δεν περιμένει κάποιον να τον σώσει. Συναντά τους άλλους, εκπαιδεύεται, οργανώνεται και αναλαμβάνει το μερίδιο της κοινής ευθύνης που του αναλογεί.
Γιατί, τελικά, η δημοκρατία δεν είναι κάτι που κάνουν «εκείνοι» για εμάς.
Η δημοκρατία  ή είμαστε εμείς ή δεν υπάρχει.

Leave a Comment