Το παράδοξο της ελληνικής αγοράς εργασίας
Η νέα έκθεση της Κομισιόν για την Ελλάδα επισημαίνει ότι αν και δουλεύουμε τις περισσότερες ώρες από όλους τους Ευρωπαίους, η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει στο 54,6% του μέσου όρου της ΕΕ.
Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η χαμηλή παραγωγικότητα στην Ελλάδα αντισταθμίζεται από τις υπερβολικά πολλές ώρες εργασίας.
«Café Economy» και χαμηλή προστιθέμενη αξία: Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε τομείς όπως ο τουρισμός και η γεωργία , το μεταπρατικό εμπόριο. Αυτοί οι κλάδοι χαρακτηρίζονται από χαμηλή προστιθέμενη αξία, εποχικότητα και υψηλά ποσοστά χαμηλόμισθων εργαζομένων.
Η αγορά κυριαρχείται από πολύ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις συνήθως οικογενειακού τύπου. Παρατηρείται σοβαρή αναντιστοιχία ανάμεσα στις δεξιότητες του εργατικού δυναμικού και τις ανάγκες της αγοράς. Οι δαπάνες για την εκπαίδευση είναι χαμηλές, ενώ το 80% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού αποτελεί τροχοπέδη για νέες επενδύσεις. Επιπλέον οι πολλές ώρες εργασίας εξαντλούν τον εργαζόμενο , ο οποίος αντιλαμβάνεται την εργασία του ως αγγαρεία και όχι ως λειτούργημα. Η χαμηλή μισθοδοσία δεν παρέχει το κίνητρο για παραγωγικότητα και δημιουργία.
Οι Επιπτώσεις στην Πραγματική Οικονομία
Αντί η παραγωγικότητα να αυξάνεται μέσω επενδύσεων και τεχνολογίας, η παραγωγή βασίζεται συχνά στην εντατικοποίηση της εργασίας (10ωρα, 13ωρα ή εξαήμερα). Οι δουλειές παραμένουν χαμηλής ποιότητας. Τα ποσοστά απασχόλησης ανεβαίνουν, αλλά οι ποιοτικές θέσεις εργασίας που συνδυάζουν καλό μισθό και αξιοπρεπείς συνθήκες σπανίζουν. Και αυτό γιατί δίνεται βαρύτητα στην υποαπασχόληση. Σχεδόν μία στις δύο θέσεις μερικής απασχόλησης στην Ελλάδα είναι αναγκαστική (εκούσια υποαπασχόληση) και όχι επιλογή του εργαζόμενου.
Με την ακρίβεια να καλπάζει , με τις ώρες απασχόλησης να αυξάνονται και οι μισθοί να παραμένουν από τους πιο χαμηλούς στην Ευρώπη , μπορούμε να μιλάμε άνετα πια για επαγγελματικό μεσαίωνα. Η δουλειά έχει μετατραπεί σε δουλεία και ο εργαζόμενος σε δουλοπάροικο.