ΚΩΣΤΑΣ ΔΟΥΝΑΣ
Η χρήση του όρου «εκλόγιμη μοναρχία» ως εργαλείο απεγκλωβισμού από τη γλωσσική/ιδεολογική ηγεμονία της νεωτερικότητας
Ο όρος «εκλόγιμη μοναρχία» χρησιμοποιείται στην πολιτική επιστήμη από τον καθηγητή Γιώργο Κοντογιώργη, στο πλαίσιο του έργου του Κοσμοσυστημική Γνωσιολογία, μαζί με ένα πλέγμα εννοιών που επαναπροσδιορίζουν το πολιτικό φαινόμενο υπό νέο γνωσιολογικό και όχι ιδεολογικό πρίσμα. Ο όρος περιγράφει το σημερινό πολιτικό σύστημα με βάση αυτό που είναι δηλαδή τη λειτουργία και την ουσία του, αποκαλύπτοντας τη βαθιά αναντιστοιχία μεταξύ ονομασίας και περιεχομένου.
Παρατηρείται ότι η χρήση του αρχίζει να υιοθετείται ,έστω δειλά, από έναν μικρό αλλά ενεργό κύκλο πολιτών. Η τάση αυτή, αν και περιορισμένη, είναι ενδεικτική μιας πρώτης ρωγμής στο κυρίαρχο νοηματικό καθεστώς. Είναι το πρώτο βήμα προς την αποδέσμευση από τον εδραιωμένο νεωτερικό τρόπο σκέψης, που αντιμετωπίζει το πολιτειακό φαινόμενο ως δεδομένο και μη αναστρέψιμο.
Η αντίληψή μας για την πολιτική πραγματικότητα διαμορφώνεται κατά μεγάλο βαθμό από τις έννοιες που χρησιμοποιούμε για να την περιγράψουμε. Όμως, οι έννοιες αυτές δεν είναι ουδέτερες. Φέρουν νοηματικό φορτίο, δηλαδή ένα σύνολο σημασιολογικών, πολιτισμικών και συναισθηματικών αποχρώσεων που ξεπερνούν την απλή λεξικολογική τους σημασία. Δεν έχει σημασία μόνο τι λέμε, αλλά πώς το λέμε και τι κουβαλάει η κάθε λέξη στην ιστορική και κοινωνική της χρήση.
Η γλώσσα, συνεπώς, δεν είναι απλώς μέσο έκφρασης, αλλά πεδίο άσκησης εξουσίας. Μέσα από την ιδεολογική «φόρτιση» των εννοιών διαμορφώνεται η συλλογική και ατομική συνείδηση, παράγονται κοινωνικοί ρόλοι και εδραιώνονται πολιτικές στάσεις. Όροι όπως «ελευθερία», «πρόοδος», «τάξη», «τρομοκρατία», «ανάπτυξη», εμφανίζονται συχνά με αυτονόητα θετικό ή αρνητικό πρόσημο, αποκλείοντας εναλλακτικές ερμηνείες ή κριτικές προσεγγίσεις.
Ο Antonio Gramsci, με την έννοια της πολιτισμικής ηγεμονίας, ανέδειξε πώς οι κυρίαρχες ιδέες εμπεδώνονται μέσω της συναίνεσης, και όχι μόνο της καταστολής. Η εξουσία διατηρείται όταν οι έννοιες που την υπηρετούν παρουσιάζονται ως κοινή λογική, ως το μόνο νοηματικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορούμε να σκεφτούμε.
Αντίστοιχα, ο Louis Althusser επεσήμανε πως οι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους (όπως η εκπαίδευση, τα ΜΜΕ και η οικογένεια) προωθούν συγκεκριμένες ταυτότητες και ρόλους μέσω της γλώσσας. Οι έννοιες που χρησιμοποιούνται —όπως «παραγωγικός πολίτης» ή «υπάκουος μαθητής»— φέρουν θετικό φορτίο και αναπαράγονται διαρκώς, διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο νοηματικής κανονικότητας.
Η περιγραφή του σημερινού πολιτεύματος ως «δημοκρατία» με διάφορα επιθετικά προσδιοριστικά («κοινοβουλευτική», «έμμεση», «άμεση», «ιδιότυπη», «ισχνή» κ.λπ.) εντάσσεται σε αυτή τη νοηματική κατασκευή, μέσα από την οποία αναπαράγεται η ιδεολογική κυριαρχία του υπάρχοντος συστήματος. Η γλώσσα εδώ λειτουργεί όχι ως όργανο αποτύπωσης της πραγματικότητας, αλλά ως μηχανισμός επικάλυψης της.
Η αποκάθαρση των εννοιών από το ιδεολογικό τους φορτίο και η χρήση τους με γνώμονα τον γενετικό τους χρόνο —δηλαδή το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο γένεσής τους— συνιστά βαθιά πολιτική και εν τέλει επαναστατική πράξη. Δεν πρόκειται για απλή φιλολογική διόρθωση· είναι μία παρέμβαση στη ρίζα της σκέψης, εκεί όπου ορίζεται τι είναι «δυνατό», τι είναι «θεμιτό» και τι είναι «ρεαλιστικό»