«Θέλω να ζήσω ελεύθερος, δίχως ταυτότητα πια»

«Θέλω να ζήσω ελεύθερος, δίχως ταυτότητα πια»

Ο στίχος «Θέλω να ζήσω ελεύθερος, δίχως ταυτότητα πια» προέρχεται από το τραγούδι «Ο Ανθρωπάκος» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, μουσική Γιώργος Χατζηνάσιος  και ερμηνεία Τάνιας Τσανακλίδου. Αποτελεί μια κραυγή αγανάκτησης ενάντια στην ασφυκτική κοινωνική συμβατικότητα που επιχειρείται από τους επικυρίαρχους με σκοπό  τον έλεγχο και την απώλεια της ατομικότητας.

Αυτό που ζούμε σήμερα με την  πίεση που ασκείται στους πολίτες να πάρουν τη ψηφιακή ταυτότητα για να συναινέσουν στο καθεστώς επιτήρησης που επιχειρείται παγκοσμίως, είχε  ξαναγίνει με τη κάρτα του πολίτη. Το τραγούδι  «Ο Ανθρωπάκος» γράφτηκε το 1976 . Τριάντα χρόνια πριν  και έχουμε την αίσθηση ότι γράφτηκε για να περιγράψει τις σημερινές καταστάσεις. Αυτό επιβεβαιώνει τις προθέσεις των ισχυρών του πλανήτη αλλά και τη δύναμη του λαού γιατί η δική του αντίδραση έχει ακυρώσει τα σχέδια για τόσα χρόνια.

Η κραυγή αγωνίας   συνοψίζεται στον παρακάτω στοίχο

Για δε μ’ αφήνετε ήσυχο;
Άστε με ήσυχο όλοι.
Θέλω να ζήσω ελεύθερος,
δίχως ταυτότητα πια

Εκφράζει διαχρονικά το δικαίωμα του ανθρώπου στην ελευθερία του ,  την επιθυμία του να ξεφύγει  από τα δεσμά των  κοινωνικών επιβαλλομένων κανόνων  και τον συνεχή  έλεγχο.

Είμαι φτωχός κουρασμένος σκυφτός ανθρωπάκος,
των ταπεινών και των άλλων πουλιών φιλαράκος.

Μία ζωή με κρατάν, με κουνάν μ’ ένα σπάγγο.
Λόγια, σχολειά, μέρα νύχτα δουλειά και στον πάγκο.

Η παρομοίωση με μαριονέτα, υποδηλώνει τη χειραγώγηση  του ατόμου. Η πολιτεία σκόπιμα τον κρατά στη μιζέρια , απαξιωμένο κοινωνικά , κακοπληρωμένο που δύσκολα ανταποκρίνεται στις οικονομικές απαιτήσεις του κράτους ,έτσι ώστε  να μην έχει τη δύναμη να σηκώσει το ανάστημα του, να διεκδικήσει  , να απαιτήσει , να ανατρέψει όσους τον ξεγέλασαν και τον έχουν καταδικάσει στη φτώχια θεωρώντας τον υπεύθυνο για όλα τα δεινά που οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει. Θέλουν ανθρώπους που θα είναι υποχείριά τους. Ανθρώπους χωρίς όνειρα, χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς άποψη, χωρίς επιλογές. Να μας ελέγχουν τη ζωή. Να μας επιβάλλουν την καθημερινότητα, να μας ποδηγετούν σε μιά νέα” κανονικότητα” που δεν έχει σχέση με το τι ξέραμε αλλά με το τι έχουν αυτοί κανονίσει για το μέλλον μας.

Εμείς είμαστε οι στατιστικές τους, τα νούμερα της κάθε “AGB”. Θέλουν ανθρώπους για τη “δουλειά” που συχνά καλείται και “ανάπτυξη”

Θέλουν ανθρώπους που θα μπαίνουν εθελούσια στη θηλιά του καραγκιοζοπαίχτη, θα  κινούνται όπως εκείνος θα κουνάει τα νήματα και να είμαστε σκυφτοί και ευχαριστημένοι με το ξεροκόμματο που θα είναι η ανταμοιβή για την πειθαρχία και την υπακοή που έχουμε επιδείξει.

Όπου χαρά πρώτη σειρά κάποιος κλέφτης

Κι όποιο κακό κάνει τ’ αφεντικό, εγώ είμ’ ο φταίχτης”.

Από κλέφτες, έχουμε και πλεόνασμα  σ’ αυτή τη χώρα. Από τους πιο ταπεινούς εθελοντές κωφάλαλους σκυφτούς ανθρωπάκους μέχρι τους ανώτατους πολιτειακούς, πολιτικούς, διανοούμενους, καλλιτεχνικούς, πνευματικούς, θρησκευτικούς  άρχοντες.

Πάντα μπροστά. Πάντα μας προλαβαίνουν. Για πότε συνεννοούνται για το μεγάλο φαγοπότι δεν περιγράφεται. Εμείς όμως, οι μη κλέφτες, είπαμε… σκυφτοί, φτωχοί, κουρασμένοι και κυρίως κωφάλαλοι ως μαριονέτες και τελικά απλά ανθρωπάκια.

 

Χρόνια τώρα με τη γνωστή  αναισθησία που τους διακρίνει  οι εγχώριοι κλέφτες τι κάνουν; Τρώνε καλά, και μετά μας ρίχνουν τις ευθύνες στο λαό  μαζί με τις ενοχές τους. “Μαζί τα φάγαμε”!

Θα πρέπει να σας υπενθυμίσουμε ότι  δεν τα φάγαμε μαζί.  Μαζί σας τα φάγανε μόνο κάποιοι από  εκείνους που προτίμησαν να γαντζωθούν από πάνω σας και να γλείψουν το κόκκαλο που τους πετάτε. Εσείς τα φάγατε και τα τρώτε ακόμα. Εσείς που τα  κόμματα σας που χρωστούν  στα δημόσια ταμεία δισεκατομμύρια ευρώ!  Και αυτοί, οι ανενόχλητοι κλέφτες νομοθετούν εναντίον της περιουσίας και της ζωής πολιτών για χωρίς καμία ντροπή! Ο ρήτορας Δημοσθένης είχε δώσει μια επική απάντηση σε έναν κλέφτη που του είπε : “ουκ ήδειν ότι σον εστίν”, δηλαδή, “δεν ήξερα ότι ήταν δικό σου”. Ο ετοιμόλογος ρήτορας του απάντησε : “σον ουκ εστίν ήδεις”, δηλαδή “ναι αλλά ήξερες ότι δεν ήταν δικό σου”!

 Η Επανάσταση του «Ανθρωπάκου»

Ο ανθρωπάκος  περιγράφεται ως ένας καθημερινός λαϊκός άνθρωπος  του μόχθου που πιέζεται από την εργασία που γίνεται όλο και πιο απαιτητική και κακοποιητική σε μια ατελείωτη  ρουτίνα που τον κάνει να μοιάζει πιο πολύ με καλοκουρδισμένο στρατιωτάκι παρά με ελεύθερο άνθρωπο. Αργά αλλά σταθερά όμως φτάνει στα όρια του. Είναι το κομβικό εκείνο σημείο που τινάζει από πάνω ου τις αλυσίδες και σταματά να είναι ένα γρανάζι.

Η φράση «άστε με ήσυχο όλοι» εκφράζει την κόπωση από τις προσδοκίες των άλλων. Ο «ανθρωπάκος» θέλει να πάψει να είναι ένα εξάρτημα  της μηχανής που τον συνθλίβει καθημερινά. Και μπορεί να το καταφέρει αρκεί να ανακαλύψει τη δύναμη που κρύβει μέσα του.

 

Leave a Comment