Πολιτική Ανακύκλωση

Πολιτική Ανακύκλωση

Πολιτικές λύσεις χωρίς την αντιμετώπιση της αιτίας σημαίνει αναπαραγωγή του αδιεξόδου
Οι διατυπώσεις των 90 συμπολιτών μας για την κατάσταση της χώρας είναι στο μεγαλύτερο μέρος ορθές και αποτυπώνουν την ανησυχία μιας κοινωνίας που μοιάζει να παραπαίει. Ωστόσο, μέσα σε αυτές τις επισημάνσεις απουσιάζει ένα κρίσιμο στοιχείο, η αναφορά στην πρωταρχική αιτία που μας οδήγησε στο σημερινό αδιέξοδο. Πώς είναι δυνατόν να αναζητηθούν λύσεις, όταν αγνοείται – ή αποσιωπάται – η ρίζα του προβλήματος; Πώς μπορεί να χαραχθεί νέα πορεία, όταν παραμένουμε τυφλοί ως προς την αρχή του προβλήματος;
Η μη αναγνώριση της αιτίας μοιάζει με οικοδόμημα χωρίς θεμέλια προδικάζει την αποτυχία πριν καν ξεκινήσει η προσπάθεια. Τα φαινόμενα διαφθοράς, ενδοτικότητας και αποδυνάμωσης της εθνικής ισχύος , είτε απέναντι στον διαρκώς απειλητικό γείτονα είτε στο ταραγμένο γεωπολιτικό μας περιβάλλον , δεν είναι συγκυριακά. Οι χρεωκοπίες, η ανομία, η συστηματική απόκλιση μεταξύ της βούλησης της κοινωνίας και των κυβερνητικών επιλογών, όλα τούτα αποτελούν χρόνιο φορτίο, κουβαλημένο από τα γεννοφάσκια του νεοελληνικού κράτους.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν έγκειται στα πρόσωπα ή τα κόμματα. Το πρόβλημα είναι το ίδιο το σύστημα, το πολιτικό σύστημα. Εδώ, όμως, διαπιστώνεται μια βαθιά σύγχυση. Τι εννοούμε με τον όρο “πολιτικό σύστημα”; Όχι απλώς τα κόμματα ή τις κυβερνητικές λειτουργίες, αλλά τον τρόπο λήψης των αποφάσεων, τη θεσμική σχέση ανάμεσα στην κοινωνία και στην λήψη των αποφάσεων. Το πολιτικό σύστημα καθορίζεται από τη σχέση της πολιτικής με την κοινωνία.
H παθογένεια της κομματοκρατίας στην Ελλάδα δεν περιορίζεται απλώς στην ύπαρξη πολιτικών κομμάτων, αλλά στην καθολική υποταγή/χειραγώγηση του δημόσιου χώρου και τη λειτουργία του κράτους. Στην πράξη, τα κόμματα έχουν καταλάβει θεσμικά και παραθεσμικά τη δημόσια σφαίρα, με αποτέλεσμα ο πολίτης να μην μπορεί να απευθυνθεί απευθείας στο κράτος για τα ζητήματά του. Αντιθέτως, συχνά είναι υποχρεωμένος να προστρέξει στον βουλευτή ή στον «κομματάρχη», ώστε να προωθηθεί το αίτημά του.
Η πελατειακή αυτή σχέση, που πολλές φορές συνοδεύεται από τη διαφθορά και τη δωροδοκία, έχει παγιωθεί ως άτυπο αλλά ισχυρό καθεστώς. Πρόκειται για μια κατάσταση όπου το πολιτικό σύστημα, οι θεσμοί, οι πολιτικοί και τα κόμματα συντηρούν αυτή τη δομή, καθώς η αποδόμησή της θα απειλούσε τη συνοχή και επιβίωση του ίδιου του συστήματος. Για τον λόγο αυτό, κανένα κόμμα, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσήμου, δεν επιχειρεί πραγματικά να σπάσει αυτόν τον φαύλο κύκλο. Η διαιώνιση της κομματοκρατίας μοιάζει να είναι όρος επιβίωσης του πολιτικού συστήματος, όχι απλώς μια παθολογία του.
Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι παροδικά. Είναι χρόνια, βαθιά ριζωμένα, οργανικά δεμένα με τη φύση του σημερινού πολιτικού συστήματος μιας εκφυλισμένης εκλόγιμης μοναρχίας. Κι όμως, η πρόταση των 90+ αναζητά λύσεις εντός αυτού ακριβώς του πλαισίου. Αναρωτιέται κανείς: Ποια είναι η “εμπειρία” των πολιτικών που καλούν να αναλάβουν την διακυβέρνηση της χώρας; Δεν είναι εκείνοι που, συνεχίζοντας το έργο των προκατόχων τους, οδήγησαν τη χώρα στη χρεωκοπία, παρέδωσαν την εθνική κυριαρχία στους δανειστές, αποδόμησαν την αμυντική βιομηχανία, θεμελίωσαν την εξουσία τους πάνω στην ευνοιοκρατία, τη διαφθορά και πολλά άλλα;
Αναζητούν, λοιπόν, λύσεις δίχως αναγνώριση της αιτίας. Καλούν τους «έμπειρους» – εκείνους ακριβώς που συνέβαλαν στην κατάσταση την οποία τώρα περιγράφουν. Αυτή είναι η εμπειρία τους.
Το αίτημα για αλλαγή του πολιτικού συστήματος δεν αφορά τη μετάβαση από την εκλόγιμη μοναρχία στη δημοκρατία. Αφορά την καθιέρωση θεσμών λογοδοσίας, ελέγχου και ευθύνης. Να μην είναι πια οι πολιτικοί στο απυρόβλητο. Να κρίνονται, να δικάζονται όταν οι αποφάσεις τους έχουν δυσμενείς επιπτώσεις για την χώρα. Γιατί άραγε οι 90 αποσιωπούν αυτή την απαίτηση; Μήπως επειδή δεν επιθυμούν ούτε την ουσιαστική λογοδοσία, ούτε τον ανεξάρτητο έλεγχο, ούτε τη δικαστική διερεύνηση; Τα ερωτήματα αυτά είναι εύλογα για τις μετέπειτα επιδιώξεις των συντακτών του κειμένου των 90
Η λογοδοσία, ο έλεγχος, η απόδοση ευθύνης είναι αλλαγές που οδηγούν στην μετάβαση από το σύστημα της εκλόγιμης μοναρχίας σε ένα σύστημα προσομοίωσης αντιπροσώπευσης με ορίζοντα την δημοκρατία. Η κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος από μόνη της δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδευτεί από ουσιαστικές προτάσεις. Π.χ. την ίδρυση πολιτικών δικαστηρίων με συμμετοχή κληρωτών πολιτών, που θα δικάζουν τις συνέπειες των πράξεων ή παραλείψεων των πολιτικών. Διότι η απλή παραπομπή σε μια δικαιοσύνη, της οποίας η κεφαλή επιλέγεται από τον εκάστοτε πρωθυπουργό, είναι αναπαραγωγή του ίδιου προβλήματος, απλώς χωρίς το άλλοθι του άρθρου 86.
Η υπεράσπιση, επομένως, των εθνικών θεμάτων, όπως και όλα τα κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν τη χώρα , δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το ζήτημα της πολιτειακής αλλαγής. Μόνο μέσα από μία άλλη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, θεσμικά καθορισμένη η βούληση της κοινωνίας μπορεί να αποτρέπει τις αυθαιρεσίες των πολιτικών που είναι επιζήμιες για τα εθνικά θέματα της χώρας.
Τέλος, η επίκληση της βιασύνης «δεν υπάρχει χρόνος, πρέπει άμεσα να κάνουμε κάτι» σε συνδυασμό με τους «έμπειρους» πολιτικούς που καλούνται ως μεσσίες, φαντάζει τουλάχιστον παράδοξη, αν όχι υποκριτική, όταν αυτοί είτε ανέχτηκαν είτε διαμόρφωσαν τη σημερινή κατάσταση. Πού ήταν η αγωνία τους όταν το πολιτικό και θεσμικό οικοδόμημα εκφυλιζόταν σταδιακά, μετατρεπόμενο σε εργαλείο αυθαιρεσίας και διαπλοκής; Δεν είναι δυνατόν προβλήματα που έχουν βαθιές ρίζες δεκαετιών να αντιμετωπίζονται με τη λογική του «κατεπείγοντος», ιδίως όταν επιστρατεύονται οι ίδιες φθαρμένες αντιλήψεις, τα ίδια υλικά και οι ίδιες μέθοδοι που γέννησαν και συντηρούν την κρίση. Η αναπαραγωγή του αδιεξόδου μεταμφιεσμένη ως λύση, δεν είναι λύση. Είναι επιτάχυνση της επιδείνωσης.

Κώστας Δούνας

Leave a Comment