Ειδικότερα, επισημαίνω τους εξής προβληματισμούς:
Συγκεντρωτισμός δεδομένων: Η σύνδεση όλων των προσωπικών πληροφοριών με έναν μοναδικό αριθμό δημιουργεί έναν «ψηφιακό φάκελο» του πολίτη, με δυνητικά τεράστιες δυνατότητες παρακολούθησης, συλλογής δεδομένων, σκιαγράφησης του προφίλ κάθε πολίτη, στοχοποίησης και ελέγχου συμπεριφορών, ακόμα και από μελλοντικές κυβερνήσεις αγνώστων προθέσεων ή από μη εξουσιοδοτημένους τρίτους.
Έλλειψη διαφάνειας και ελέγχου πρόσβασης: Οι πολίτες δεν γνωρίζουν ποιοι φορείς και πρόσωπα έχουν πρόσβαση στον ΜΠΑ και υπό ποιους όρους. Αν το σύστημα δεν βασίζεται σε ανοικτό κώδικα και δεν υπόκειται σε διαρκή ανεξάρτητο έλεγχο, παραμένει ουσιαστικά αδιαφανές, αυθαίρετο και ευάλωτο σε κατάχρηση.
Καταναγκασμός και αποκλεισμός: Η σύνδεση του ΜΠΑ με την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες (υγεία, εκπαίδευση, τραπεζικό σύστημα) καθιστά τη χρήση του υποχρεωτική, δημιουργώντας ένα καθεστώς ψηφιακού εξαναγκασμού, αποκλείοντας πολίτες που για λόγους προσωπικούς, κοινωνικούς ή τεχνικούς δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να ενταχθούν στο νέο σύστημα.
Single Point of Failure και GDPR: Η συγκέντρωση της ταυτοποίησης σε έναν και μόνο αριθμό παραβιάζει την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων (άρθρο 5(1)(c) του Γενικού Κανονισμού GDPR) και αυξάνει τον κίνδυνο συνολικής παραβίασης σε περίπτωση υποκλοπής.
Έλλειψη Δημόσιας Εκτίμησης Αντικτύπου (DPIA): Από όσο γνωρίζω, δεν έχει δημοσιοποιηθεί Εκτίμηση Αντικτύπου για την Προστασία Δεδομένων (Data Protection Impact Assessment), όπως προβλέπεται για τέτοιας κλίμακας έργα.
Επιπρόσθετα, η προβλεπόμενη χρήση του ΜΠΑ μέσω εφαρμογών σε κινητές συσκευές, αν και εξυπηρετεί την ευχρηστία, ενδέχεται να ενισχύσει τον κίνδυνο παρακολούθησης και ψηφιακής έκθεσης των πολιτών.
Όλα τα παραπάνω και η ύποπτη απουσία πειστικών εξηγήσεων και αποσαφηνίσεων από τους αρμόδιους, εγείρουν σοβαρές ανησυχίες.
Αν αυτό το ψηφιακό καθεστώς εγκαθιδρυθεί τώρα χωρίς αντιστάσεις, μετά δεν θα υπάρχει δρόμος επιστροφής. Όχι μόνο για εμάς, αλλά και για τις επόμενες γενιές.