ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΙΡΟΛΑΤΡΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΡΑΣΗ 

ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΙΡΟΛΑΤΡΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΡΑΣΗ 
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΤΡΑΥΜΑ :
Η Ελλάδα έχει μάθει να μιλάει για τον εαυτό της μέσα από το τραύμα. Η Κατοχή, ο Εμφύλιος, η δικτατορία, η απογοήτευση της μεταπολίτευσης, τα μνημόνια…
Κάθε γενιά κουβαλάει το δικό της ράγισμα, και είναι φυσικό αυτά τα γεγονότα να έχουν αφήσει ίχνη στον τρόπο που η κοινωνία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και το μέλλον της.  Η έννοια του «συλλογικού τραύματος» προσφέρει πράγματι ένα χρήσιμο πλαίσιο κατανόησης: εξηγεί γιατί μια κοινωνία μπορεί να είναι επιφυλακτική απέναντι στους θεσμούς, γιατί η εμπιστοσύνη στο κράτος είναι εύθραυστη, γιατί η ανασφάλεια επανέρχεται σε κάθε κρίση σαν παλιά πληγή που ξανανοίγει.
Όμως αυτή η ίδια έννοια, όταν χρησιμοποιείται χωρίς όρια, γίνεται επικίνδυνη. Όταν ερμηνεύουμε τα πάντα μέσω του τραύματος, υπάρχει ο κίνδυνος να αφαιρέσουμε από την κοινωνία την ευθύνη και την ικανότητά της να δράσει.  Η κοινωνία αντιμετωπίζεται τότε ως παθητικό θύμα της ιστορίας της, ανίκανο να αλλάξει ,  σαν να είναι η μοίρα της ήδη γραμμένη από γεγονότα δεκαετιών πριν.

Το πρόβλημα δεν είναι ψυχολογικό μόνο, είναι πολιτικό.

 

Όταν μια θεωρία εξηγεί τα πάντα, παύει να εξηγεί οτιδήποτε συγκεκριμένο, και μετατρέπεται σε άλλοθι. Αν η διαφθορά, η κακοδιοίκηση ή η φοροδιαφυγή βαφτίζονται απλώς «συλλογικό τραύμα» ή «εσωτερικό μούδιασμα», τότε κανείς δεν φέρει ατομική ή πολιτική ευθύνη σήμερα. Η κοινωνία μετατρέπεται σε έναν ασθενή που χρειάζεται «θεραπεία», αντί για θεσμικές μεταρρυθμίσεις, λογοδοσία και δικαιοσύνη. Είναι πολύ πιο βολικό να πούμε «έτσι είμαστε, το τραύμα μας το έκανε», παρά να αναρωτηθούμε ποιος ωφελείται από τη σημερινή αδράνεια.

Η μοιρολατρία ως άνεση

 

Η μοιρολατρία έχει ένα κρυφό πλεονέκτημα: απαλλάσσει από το άγχος της ευθύνης. Αν όλα είναι προδιαγεγραμμένα ,  αν «έτσι είναι η Ελλάδα», αν «ποτέ δεν θα αλλάξει τίποτα», τότε δεν χρειάζεται κανείς να ρισκάρει, να διεκδικήσει, να ελέγξει την εξουσία. Η απάθεια δεν είναι απλώς έλλειψη ενέργειας,  είναι, πολλές φορές, μια στρατηγική επιβίωσης απέναντι σε μια πραγματικότητα που φαίνεται ανυπέρβλητη. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η επιβίωση έχει κόστος: κάθε φορά που ένας πολίτης λέει «δεν αλλάζει τίποτα», νομιμοποιεί λίγο παραπάνω αυτούς που ήδη επωφελούνται από το να μην αλλάζει τίποτα.
Τι σημαίνει, στην πράξη, να ξεπερνάς το τραύμα
Η υπέρβαση δεν σημαίνει άρνηση της ιστορίας,  ούτε επιβολή ενός τεχνητού αισιοδοξισμού. Σημαίνει τρία πράγματα συγκεκριμένα:
  •  Πρώτον, τη διάκριση ανάμεσα στην εξήγηση και στη δικαιολογία.
Το τραύμα εξηγεί γιατί φτάσαμε εδώ, αλλά  δεν δικαιολογεί το να μείνουμε εδώ! Μπορείς να κατανοείς την ιστορική καχυποψία απέναντι στο κράτος και ταυτόχρονα να απαιτείς λογοδοσία από τους σημερινούς θεσμούς.
  • Δεύτερον, τη μετατόπιση από το συλλογικό «εμείς» στο ατομικό «εγώ».
Η φράση «η Ελλάδα έτσι είναι» αποπροσωποποιεί το πρόβλημα και το κάνει αόρατο. Η ερώτηση «τι κάνω εγώ σήμερα, με τη δική μου ψήφο,  τη δική μου στάση απέναντι στη διαφθορά» επαναφέρει την ευθύνη εκεί που πραγματικά ανήκει.
  • Τρίτον, την προτεραιότητα στους θεσμούς αντί στη διάθεση.
Η μοιρολατρία συχνά αντιμετωπίζεται σαν πρόβλημα ψυχολογίας, σαν να αρκεί να «αλλάξουμε νοοτροπία». Στην πραγματικότητα, η στάση των πολιτών αλλάζει όταν αλλάζουν τα κίνητρα γύρω τους: όταν η διαφθορά τιμωρείται, όταν η δικαιοσύνη λειτουργεί σε λογικό χρόνο, όταν η συμμετοχή στα κοινά έχει ορατό αποτέλεσμα. Η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται με συνθήματα, χτίζεται με αποδείξεις.

Το τραύμα ως αφετηρία, όχι ως προορισμός

Καμία κοινωνία δεν ξεπερνά το παρελθόν της αγνοώντας το. Αλλά καμία κοινωνία δεν προχωρά μπροστά μένοντας δέσμια του. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερη μνήμη, χρειάζεται περισσότερη ικανότητα συλλογικής δράσης. Όχι όμως με τη μορφή που έχουμε συνηθίσει: πολίτες που ακολουθούν αρχηγούς, ηγέτες και σωτήρες, ως οπαδοί που περιμένουν από κάποιον άλλο να πράξει για λογαριασμό τους. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι υπεύθυνοι πολίτες που δρουν συνειδητά και συλλογικά, χωρίς να προβάλλουν το εγώ τους, αλλά και χωρίς να διαλύονται μέσα σε μια τυφλή μάζα. Η υπέρβαση του συλλογικού τραύματος δεν είναι υπόθεση ενός σωτήρα, ούτε ενός πλήθους που παρασύρεται. Είναι υπόθεση ανθρώπων που κρίνουν μόνοι τους, αναλαμβάνουν την ευθύνη της κρίσης τους, και επιλέγουν να συντονιστούν με άλλους για να υλοποιήσουν  ένα κοινό όραμα, όχι για να ακολουθήσουν.
Οι Έλληνες χρειάζονται να ξαναμάθουν να βλέπουν  τον εαυτό τους όχι ως θύμα μιας ιστορίας που της συνέβη, αλλά ως υποκείμενα μιας ιστορίας που ακόμα γράφεται.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι «πόσο τραυματισμένοι είμαστε». Είναι «τι επιλέγουμε να κάνουμε με αυτό, από εδώ και πέρα».
________________________________________________________________________________________________
Υ.Γ Επεξήγηση της φωτογραφίας: Στην ιαπωνική τέχνη του Kintsugi, τα σπασμένα πορσελάνινα φλιτζάνια και δοχεία  δεν πετιούνται, ούτε οι ρωγμές τους κρύβονται. Αντίθετα, συγκολλούνται με πολύτιμο χρυσό, κάνοντας το αντικείμενο πιο δυνατό και πιο όμορφο από πριν.            Με τον ίδιο τρόπο, η μετάβαση πέρα από το συλλογικό τραύμα απαιτεί να σταματήσουμε να κρύβουμε τις πληγές μας πίσω από τη μοιρολατρία του “δεν αλλάζει τίποτα”. Η ανάληψη της προσωπικής και συλλογικής ευθύνης είναι ο δικός μας “υγρός χρυσός”: η συνειδητή απόφαση να γιατρέψουμε τα σπασμένα κομμάτια της κοινωνίας μας, μετατρέποντας την ευαλωτότητα σε σοφία και τη μνήμη του τραύματος σε κινητήριο δύναμη για το μέλλον.

Leave a Comment