Το ταξίδι του Περσέα στον Ωκεανό, στην άκρη του κόσμου (μέρος 1ο)

<span>Το ταξίδι του Περσέα στον Ωκεανό, στην άκρη του κόσμου (μέρος 1ο)</span>

Στα αρχαία χρόνια βασιλιάς του Άργους ήταν free online spades games ο Ακρίσιος,  ο οποίος είχε  αποκτήσει από το γάμο του με την Ευριδίκη ή Αγανίππη μια πεντάμορφη κόρη, τη Δανάη, αλλά δεν είχε γιους ώστε να κληρονομήσουν το βασίλειό του. Η επιθυμία του να αποκτήσει ένα γιο ήταν τόσο μεγάλη, που αποφάσισε να ταξιδέψει μέχρι το μαντείο των Δελφών για να συμβουλευτεί την Πυθία.

«Όχι εσύ, Ακρίσιε, αλλά η κόρη σου Δανάη θα αποκτήσει ένα γιο. Κι αυτό το παιδί θα είναι η αιτία του θανάτου σου!» του είπε η ιέρεια του μαντείου.

Για να εμποδίσει την πραγματοποίηση του χρησμού, ο Ακρίσιος έδωσε εντολή να κατασκευαστεί μια υπόγεια φυλακή, στο κέντρο της αυλής του παλατιού του, όπου έκλεισε την όμορφη Δανάη, για να μην τη πλησιάσει κανένας άνδρας.

Όμως το σχέδιο του Ακρίσιου δε στάθηκε ικανό να εμποδίσει το Δία να δει την όμορφη κόρη και να την ερωτευτεί. Για να καταφέρει να την πλησιάσει, ο πατέρας των θεών μεταμορφώθηκε σε χρυσή βροχή, που μπήκε μέσα στην υπόγεια φυλακή από μια σχισμή στη μεταλλική σκεπή της. Έτσι, έπειτα από λίγο καιρό, η Δανάη έφερε στον κόσμο ένα γιο, τον Περσέα, που το μεγάλωσε με τη βοήθεια της τροφού της μέσα στη φυλακή.

Είχαν περάσει τρία με τέσσερα χρόνια, όταν μια μέρα, περπατώντας στην αυλή του παλατιού του, ο Ακρίσιος άκουσε μια παιδική φωνή κάτω από το έδαφος. Ήταν η φωνή του Περσέα, που γέλαγε χαρούμενος παίζοντας. Οργισμένος ο βασιλιάς που εξαπατήθηκε, καταδίκασε σε θάνατο την τροφό της κόρης του και ανάγκασε τη Δανάη να ομολογήσει μπροστά στο ιερό του Δία το όνομα του πατέρα του παιδιού της.

 

«Το όνομα του είναι Δίας» ομολόγησε η Δανάη, αλλά ο Ακρίσιος θύμωσε ακόμα περισσότερο, πιστεύοντας πως η κόρη του έλεγε ψέματα. Έδωσε εντολή να κλείσουν τη μητέρα και το παιδί σε μια λάρνακα, να τη σφραγίσουν και να την πετάξουν στη θάλασσα. Έτσι κι έγινε, αλλά η λάρνακα δεν βούλιαξε. Παρασυρμένη από τα θαλάσσια ρεύματα, ταξίδεψε στο πέλαγος και έφτασε έπειτα από καιρό στη Σέριφο. Τη βρήκε στα δίχτυα του ο Δίκτυς, φτωχός σεριφιώτης ψαράς ή όπως έλεγαν άλλοι ο αδελφός του Πολυδέκτη, βασιλιά του νησιού. Ο Δίκτυς έσωσε τη Δανάη και τον μικρό Περσέα  και τους φιλοξένησε στο σπίτι του.

Ο Περσέας μεγάλωσε στο νησί και έγινε ένα δυνατό παλικάρι που φρόντιζε τη μητέρα του, η οποία στο μεταξύ είχε γοητεύσει το βασιλιά Πολυδέκτη και ήθελε να την παντρευτεί, αλλά εκείνη συνεχώς αρνιόταν.

Μια μέρα, ο Πολυδέκτης έκανε συμπόσιο στο παλάτι του, κάλεσε τους φίλους του,  κάλεσε και τον Περσέα. Τους ανακοίνωσε ότι σκόπευε να ζητήσει σε γάμο   την Ιπποδάμεια, την κόρη του Οινόμαου, και θα ήθελε τη βοήθειά τους. Τους ζήτησε να του φέρουν άλογα, για να τα προσφέρει ως δώρο  στον πατέρα της κόρης για να έχει ελπίδες στη διεκδίκησή της. Ο  Περσέας  πρόθυμα ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του βασιλιά για  βοήθεια λέγοντάς του ότι και το κεφάλι της Γοργόνας Μέδουσας θα μπορούσε να του φέρει αν του το ζητούσε.

Την άλλη μέρα, μετά το συμπόσιο, πήγαν στο παλάτι όλοι οι φίλοι του βασιλιά με το δώρο τους, από ένα άλογο ο καθένας.  Ο βασιλιάς δέχτηκε με ευχαρίστηση το δώρο του καθενός, του Περσέα όμως αρνήθηκε να το πάρει και τον πρόσταξε να του φέρει το κεφάλι της Μέδουσας Γοργόνας, όπως είχε καυχηθεί, αλλιώς, θα του πάρει τη μάνα του και με το ζόρι θα την κάνει γυναίκα του.

Απαρηγόρητός ο Περσέας, που έτσι στα καλά του καθούμενα βρέθηκε σε τόσο δύσκολη θέση, πήγε και κάθισε σε ένα βράχο  και έκλαιγε τη μοίρα του για το κακό που τον βρήκε.  «Αλίμονο, πώς θα βρω τις Γοργόνες; Και με τι τρόπο θα καταφέρω να πιάσω την τρομερή Μέδουσα;» αναρωτιόταν. Εκείνη τη στιγμή  παρουσιάστηκε μπροστά του ο Ερμής και του έδωσε θάρρος λέγοντας πως μαζί με την Αθηνά μπορούσαν να τον βοηθήσουν να πάρει το κεφάλι της Γοργόνας.  Η Γοργόνα δεν ήταν μία αλλά τρεις αδερφάδες, η Σθεννώ, η Ευρυάλη και η Μέδουσα, κόρες του Φόρκυ και της Κητούς.

Στο κεφάλι τους αντί για μαλλιά είχαν ζωντανά φίδια και στην πλάτη χρυσά φτερά που τους επέτρεπαν να πετούν, τα δόντια τους ήταν σαν του αγριογούρουνου και είχαν χάλκινα χέρια. Τα μάτια τους, με βλέμμα ανατριχιαστικό, μεταμόρφωναν σε πέτρα όποιον θνητό τις κοιτούσε. Από τις τρείς αδελφές η μόνη θνητή ήταν η Μέδουσα, αλλά και αυτή κανείς δεν μπορούσε να την πλησιάσει αν δεν είχε τα κατάλληλα σύνεργα: τη σκούφια, την κυνήν,  που θα τον έκανε αόρατο, τα φτερωτά πέδιλα, για να μην πατάει στη γη και το μαγικό σακί, την κίβισιν, για να κρύψει το κεφάλι της Μέδουσας, όταν θα της το ‘παιρνε.  Για να το καταφέρει έπρεπε να πετύχει τη Μέδουσα στον ύπνο και να τα καταφέρει να την χτυπήσει χωρίς να την κοιτάξει, αλλιώς αν την έβλεπε στο πρόσωπο, κινδύνευε να πετρώσει. Όλα αυτά σύνεργα τα είχαν στην κατοχή τους οι Ναϊάδες Νύμφες, και μόνο οι Γραίες γνώριζαν που βρίσκονταν αυτές.

Οι Γραίες ήταν γριές από γεννησιμιού τους και είχαν και οι τρεις μαζί ένα μάτι και ένα δόντι, που τα χρησιμοποιούσαν πότε η μία και πότε η άλλη. Ο Περσέας, με τη συμβουλή της Αθηνάς, άρπαξε από τις Γραίες το μάτι και το δόντι τους και δεν τους τα ξανάδωσε, παρά μόνο αφού βεβαιώθηκε ότι θα του δείξουν το δρόμο για τις Ναϊάδες Νύμφες. Έτσι και έγινε. Πήγαν βρήκαν τις Νύμφες και ο Περσέας τις παρακάλεσε να του δώσουν τα πέδιλα, τη σκούφια και το σακί. Οι Νύμφες δέχτηκαν την παράκληση και τα έδωσαν.

 

Τότε πια ο Περσέας, ο Ερμής και η Αθηνά τράβηξαν κατά τον Ωκεανό, να φτάσουν στην άκρη του κόσμου, όπου έμεναν οι Γοργόνες…

Αφήστε ένα σχόλιο