Ο όρος «Επαγγελματική Εξουθένωση» (burnout) χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει μια κατάσταση συναισθηματικής και σωματικής εξάντλησης στο πλαίσιο της εργασίας, και είναι φαινόμενο με σημαντικό αντίκτυπο στη σύγχρονη κουλτούρα, ειδικά στις «δυτικού τύπου κοινωνίες . Περιλαμβάνει το αίσθημα εξάντλησης και μειωμένης αποτελεσματικότητας στην εργασία, που οδηγεί σε κυνισμό και μειωμένο αίσθημα ολοκλήρωσης, τάση για αποφυγή ευθυνών και τελική παραίτηση.
Ενισχύονται οι ανησυχητικές ενδείξεις για την ψυχική υγεία και την ευεξία (wellbeing) των εργαζόμενων στην Ελλάδα, καθώς εντείνονται τα συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους και θυμού.
Την ίδια στιγμή, όμως, φαίνεται πως η ευαισθητοποίηση αυξάνεται με την ψυχική υγεία να γίνεται προτεραιότητα για τους εργαζόμενους. Αυτό προκύπτει από έρευνα της ΕΥ Ελλάδος, της Hellas EAP και του Εργαστηρίου Πειραματικής Ψυχολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε μεταξύ 22 Μαΐου και 20 Ιουνίου 2025, σε διευρυμένο δείγμα 4.457 εργαζόμενων όλων των ηλικιών, από μικρούς και μεγάλους οργανισμούς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Διερεύνησε εννέα παραμέτρους: Άγχος, κατάθλιψη, σωματοποίηση, θυμός, μοναξιά, ποιότητα ζωής εργαζόμενου (wellbeing), εργασιακή ποιότητα ζωής, στάσεις απέναντι στην απομακρυσμένη εργασία και στάσεις απέναντι στην ψυχική υγεία.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας- αποτελεί η ένδειξη ότι, σύμφωνα με τους εργαζόμενους, τα ζητήματα της ψυχικής υγείας και του wellbeing αποτελούν, πλέον, για αυτούς, υψηλή προτεραιότητα. Ποσοστό 79% δηλώνει ότι νοιάζεται τώρα περισσότερο για την ψυχική υγεία, τόσο τη δική τους όσο και των άλλων, ενώ 69% δηλώνουν διατεθειμένοι να αναζητήσουν βοήθεια από ειδικό ψυχικής υγείας όταν αντιμετωπίζουν αυξημένο άγχος.
Παρ’ όλα αυτά, η έρευνα κατέγραψε αυξημένα ποσοστά για μία σειρά από συμπτώματα που σχετίζονται με την κατάθλιψη. Έτσι, 44% των συμμετεχόντων (από 35% το 2021) αισθάνονται μελαγχολία, και 47% (από 35% το 2021) απαισιοδοξία για το μέλλον, ενώ 4% (από 2% το 2023) έχουν σκεφτεί έντονα να δώσουν τέλος στη ζωή τους.
Αυξημένα παρουσιάζονται και τα συμπτώματα που σχετίζονται με το άγχος: Σε ποσοστό 80% των ερωτώμενων (από 75% το 2023) αισθάνονται νευρικότητα ή εσωτερική ταραχή, 50% (από 44% δύο χρόνια πριν) βρίσκονται σε υπερένταση, ενώ 13% (από 10%) βιώνουν κρίσεις πανικού.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και τα συμπτώματα θυμού: Σε ποσοστό 80% (από 75% το 2023) αισθάνονται εκνευρισμό, 32% (από 28%) έχουν ξεσπάσματα θυμού που δεν μπορούν να ελέγξουν, και 14% (από 10%) έχουν την επιθυμία ή να χτυπήσουν ή να τραυματίσουν ή να βλάψουν κάποιον.
Μικτά είναι τα ευρήματα ως προς τα συμπτώματα μοναξιάς: Το ποσοστό όσων αισθάνονται μοναξιά εμφανίζεται μειωμένο στο 35%, από 46% το 2023. Η σχετική βελτίωση αυτού του δείκτη θα μπορούσε να αποδοθεί στην αυξημένη φυσική παρουσία στο γραφείο, καθώς το ποσοστό των ερωτηθέντων του δείγματος που εργάζονταν διά ζώσης έφτασε στο 61%, από 52% το 2023 και 30% το 2021. Ωστόσο, 25%, από 19% το 2023, αισθάνονται ότι τους λείπει μόα συντροφιά, και 21%, από 14%, ότι νιώθουν απομονωμένοι.
Αυτά τα προβλήματα οδηγούν σε αυξημένα φαινόμενα σωματοποίησης, δηλαδή έκφρασης των ψυχολογικών ή συναισθηματικών προβλημάτων ως σωματικών συμπτωμάτων, όπως η κεφαλαλγία κατά το έντονο στρες. Συνολικά, 47% των συμμετεχόντων εμφάνισαν αδυναμία και ζαλάδα (από 41% το 2023), 24% (από 19%) έχουν ναυτία ή στομαχικές διαταραχές, και 33% (από 28%) αισθάνονται αδυναμία σε διάφορα μέρη του σώματος.
Σημειώνεται ότι οι γυναίκες και οι νεότεροι ηλικιακά εργαζόμενοι εξακολουθούν, όπως και στις δύο προηγούμενες έρευνες, να είναι πιο επιβαρυμένοι. Συγχρόνως, οι εργαζόμενοι σε μεγάλες εταιρείες (με περισσότερους από 700 εργαζόμενους) έχουν στατιστικά σημαντικά καλύτερες τιμές σε όλες τις μεταβλητές, με τους ελεύθερους επαγγελματίες να έχουν τις καλύτερες σε όλες τις μεταβλητές.
Τέλος, οι εργαζόμενοι σε διοικητικές θέσεις έχουν στατιστικά σημαντικά χαμηλότερες τιμές άγχους, κατάθλιψης, σωματοποίησης, θυμού και μοναξιάς από τους υπόλοιπους εργαζόμενους.
Ο αντίκτυπος της βεβαρημένης ψυχολογίας στην εργασιακή ποιότητα ζωής και γενικότερα στην ευεξία (wellbeing) των εργαζόμενων είναι εμφανής. Μόλις το 48% (από 52% το 2023) δηλώνουν ότι μπορούν να διαχειριστούν τα επίπεδα του στρες που έχουν, ενώ 66% (από 64%) αισθάνονται ότι το στρες από την εργασία τους επηρεάζει την προσωπική ζωή τους. Επιπλέον, 55% αισθάνονται ότι βιώνουν επαγγελματική εξουθένωση (burnout).
Η πίεση που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι δεν προέρχεται μόνο από την εργασία τους: Σε ποσοστό 55% αισθάνονται έντονη ανησυχία και στρες σε σχέση με το μέλλον (γεωπολιτικές αναταραχές, κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις, διαφθορά, σκάνδαλα, μια γενικευμένη αίσθηση αναξιοπιστίας , που γεννά ανασφάλεια για το μέλλον κ.λπ.). Συγχρόνως, 37% αισθάνονται έντονη ανησυχία για την επίδραση που έχουν ή θα έχουν στην εργασία τους οι ψηφιακές τεχνολογίες, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), η αυτοματοποίηση, κ.λπ. Την ίδια ώρα, ένας στους τρεις (32%) έχει βιώσει τα τελευταία δύο χρόνια κάποιας μορφής παρενόχληση (λεκτική, σεξουαλική, κ.λπ.) στον εργασιακό χώρο, και αυτό επηρεάζει την ψυχική υγεία του.
Η ψυχολογική καταπόνηση των εργαζόμενων έχει αρνητικές επιπτώσεις και στην απόδοση/παραγωγικότητά τους: Ποσοσοτό 61%, από 53% το 2023, δηλώνουν ότι νιώθουν κουρασμένοι όταν ξεκινάει η ημέρα τους, και τέσσερις στους δέκα αισθάνονται συχνά ότι δεν μπορούν να συγκεντρωθούν στη δουλειά τους, ενώ μόλις 30% -από 37% πριν δύο χρόνια- αισθάνονται κινητοποιημένοι και χαρούμενοι στην εργασία τους.
Σχετικά με την ψυχολογική πίεση που βιώνουν οι εργαζόμενοί τους δεν φαίνεται να προβληματίζει τους εργοδότες ή τους Θεσμούς. Η τάση που επικρατεί είναι μια κλίμακα πίεσης που ο προϊστάμενος πιέζει τον υφιστάμενο μέχρι τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας.
Σε ερώτηση σχετικά με τις δράσεις που θα πρέπει να αναλάβουν οι οργανισμοί τους για τα ζητήματα ψυχικής υγείας και ευεξίας, οι απαντήσεις των συμμετεχόντων μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε τέσσερις κύριες κατηγορίες: 1) Ψυχική υγεία και ευεξία, 2) ανάπτυξη ηγεσίας και κουλτούρας, 3) εργασιακό περιβάλλον και αρμονία προσωπικής-επαγγελματικής ζωής και 4) ολοκληρωμένο πλαίσιο υποστήριξης ηγεσίας και ευημερίας προσωπικού.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις δράσεις που συγκέντρωσαν τις περισσότερες απαντήσεις, 48% ανέφεραν την καταλληλότερη επιλογή προϊσταμένων,( με λιγότερες αρχηγικές τάσεις και περισσότερη κατανόηση), Εδώ τίθεται επίσης το θέμα της αξιολόγησης που δημιουργεί ένα φόβητρο μήπως ο εργαζόμενος φανεί ανεπαρκής και ΄χάσει τη δουλειά του. Η σκέψη αυτή επηρεάζει την ψυχολογία του ιδιαίτερα αν ο προϊστάμενος είναι απρόσωπος και ιδιαίτερα απαιτητικός.